4.6.21

made of cement

 


Κολυμπώ στη θάλασσα. Ολομόναχος για σήμερα. Δόξα τα μποφώρ. Πιθανόν πέντε. Τα υπολογίζω ενστικτωδώς, χωρίς τη βοήθεια του app στο κινητό, ανασύρω από τη βάση δεδομένων της μνήμης μου ότι έχω προλάβει να διδαχτώ έως τώρα από τη ζωή κοντά στην φύση.

Μάλλον τίποτα, για να ‘μαστε ειλικρινείς - «είμαστε τα μέλη της πιο ανίκανης γενιάς / για να επιβιώσει μόνη της μέσα σε ένα δάσος»[1]. Σκεφτείτε κάτι σαν Πάρνηθα, αντί για δάσος της βροχής.

Ψέμματα, δεν ήμουν εντελώς μόνος. Στην άκρη της παραλίας έξι μαχητές της θάλασσας παλεύουν με τα κύματα. Είναι εξοπλισμένοι με αετοσανίδες με την εξαίρεση του αρχηγού της φυλής των θαλάσσιων σπορ – he keeps it real, είναι wind surfer.

Γυμνάζουν τους μυς τους δαμάζοντας τα κύματα. Όσο για εμένα, αφήνομαι να με κάνουν ότι θέλω· ανανεώνω τα κύτταρα του ρινικού βλεννογόνου, εξολοθρεύω τους κάλους μου, γυμνάζω τη μνήμη μου, κοιτάω το κάστρο στον λόφο, παλαιά τα τείχη του, δεν στέκουν πλέον παράταιρα σ’ έναν κόσμο που υψώνονται διαρκώς νέα:

μεταξύ Δύσης και της ανατολής της Ρωσίας, της Περσίας, και της Ottomania,

μεταξύ υπέρμαχων της κοσμικής εξουσίας και όσων θέλουν να την ακούν από το ίδιο κουτάλι μέσα σε μια εκκλησία εν μέσω πανδημίας,

και, φυσικά, μεταξύ λαών και πληθυσμών.

Τα έθνη πίσω από φράκτες, οι πόλεις πίσω από τείχη από σκυρόδεμα, βαίνουν με αυξανόμενο ρυθμό – φτάσαμε περίπου εβδομήντα σύμφωνα με τους New York Times. Από τo Τέξας των Η.Π.Α. ως τα σύνορα Τουρκίας-Συρίας, από τον Έβρο και τα Διαβατά μέχρι την Ινδία και το Πακιστάν, από την Σλοβενία μέχρι την Λίμα του Περού· last but certainly not least, η προσπάθεια Ισραηλινών (Δυτική Όχθη, Γάζα) και Αιγυπτίων (Γάζα) να κρατήσουν έξω, μακριά, τους Άραβες της Παλαιστίνης.

Πράγματι λοιπόν, ο σπουδαίος Εβραίος ιστορικός Tony Judt που είδε τα - made in kibbutz - όνειρα του να εξανεμίζονται έπειτα από το νικηφόρο για το Ισραήλ «Πόλεμο των Έξι Ημερών» το 1967 (ακολούθησε η κατοχή της Δυτικής Όχθης, της Γάζας, της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, των Υψιπέδων του Γκολάν, η οποία κόστισε, κοστίζει, στο Ισραήλ την ψυχή του, σύμφωνα τουλάχιστον με την άποψη ενός τέως διοικητή της περιβόητης Shabak[2]), δεν θα μπορούσε να φανταστεί πόσο έξω θα έπεφτε όταν το 2003 έγραφε πως το κράτος του Ισραήλ είναι ένας αναχρονισμός:

Ø  The problem​ with Israel is not that it is a European ‘enclave’ in the Arab world; but rather that it arrived too late. It has imported a characteristically late-19th-century separatist project into a world that has moved on, a world of individual rights, open frontiers, and international law. Israel, in short, is an anachronism.[3]

Συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, η Ιερουσαλήμ παίρνει την εκδίκηση της.

Ø  Today, it is Judt’s liberal internationalist certainty that seems like an anachronism, while Israel – a ‘hybrid society of ancient phobias and high-tech hope, a combination of tribalism and globalism’ - looks increasingly like the embryo of a new world.[4]

 

***

Βγάζω το κεφάλι μου έξω από τους 18.2°C του νερού. Κοιτάω ξανά τα πέτρινα τείχη που σφιχταγκαλιάζουν το λόφο.

 

Κάποτε, πιστέψαμε θα ζήσουμε σ’ ένα παγκόσμιο χωριό.

Σήμερα, καθείς και η καστροπολιτεία του.

 

 

 

30.5.21

Moai

 

 

Βρέχομαι ως τα γόνατα. Στέκομαι στο ίδιο σημείο μέσα στη θάλασσα όπως πριν από 25-30 χρόνια. ‘Ημουν, θυμάμαι, εκστασιασμένος· είμαι, νοιώθω, συγκρατημένος.

Εκείνο το πρωί προς μεσημέρι χορεύαμε στη θάλασσα την ώρα που μια φωτιά σιγόκαιγε στην κορυφή του Παναχαϊκού Όρους. «Βάλτε φωτιά, κάψτε καλά, όλα τα δάση τα βουνααά...» τραγουδούσαμε όλο χαρά, παραφράζοντας το γνωστό σύνθημα των Παοκτσήδων για την Ομόνοια και τον Πειραιά.

Σοφός σαν έφηβος, δηλαδή ευτυχώς καθόλου, δεν θα αργούσε η στιγμή που θα πλήρωνα το πάθος μου για την φωτιά – άρπαξαν τα μαλλιά και τα φρύδια μου παίζοντας με τα σπίρτα. «Όποιος ανάβει φωτιά τα γένια του καίει» όπως λέει και το ρητό· κι απ’ τον έρωτα βέβαια κάπως έτσι καταλήγεις, αμούστακο παιδί παραδομένο στο καρδιοχτύπι του.

«Πυρ γυνή και θάλασσα, δυνατά τρία» μας κατατοπίζει πρώτος ο Αίσωπος. Έπεται, σε ανάλαφρο τόνο επιλέγουμε να πιστεύουμε, ο κωμωδιογράφος Μένανδρος: «θάλασσα και πυρ, και γυνή τρίτον κακόν».

«Ένα βιβλίο (η φλόγα της γνώσης), λίγη θάλασσα και πολύ γυναίκα και ο κόσμος ήταν πλήρης» μεταφράζει την εξίσωση της επιθυμίας, ύστερα από δύο χιλιετίες και βάλε, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Τερματικός σταθμός η Eurovision με «λίγο κρασί (νερό της φωτιάς), λίγο θάλασσα και τ' αγόρι μου» διά χειρός Πυθαγόρα.

Ζούμε, ως γνωστόν, στην εποχή του ποσοτικοποιημένου επιστημονικού ψεύδους – το δέος και ο θαυμασμός για το πυρ, την θάλασσα, το έτερο, ή το ίδιο, φύλο, δεν θα μπορούσε να είναι «λίγο» ή «πολύ» - είναι απροσμέτρητο.

Εξού και ο Προμηθέας δεν έπαψε στιγμή να χάνει το συκώτι του έως και σήμερα, ο Μένανδρος θα μνημονεύεται στον αιώνα τον άπαντα κι άλλωστε πνίγηκε, παραδόθηκε δηλαδή στη θάλασσα, ενώ, τέλος, όλοι οι άνθρωποι που γνώρισες από έρωτα εκπέσανε·

όσοι μένουν στα πατώματα ο κόσμος δεν τους συγχωρεί, για όσους καταφέρνουν και σηκώνονται, απορεί... ο κόσμος: εκείνων που τα υγρά καθόλου δεν προξένησαν εγκαύματα στα κορμιά των άλλων οπότε πριν απ’ όλους, λιγόστεψαν.

 

 

*

Πενήντα επτά ανεμογεννήτριες στέκουν εδώ και καιρό στην κορυφή του Βοδιά, εργάζονται απτόητες με τη βοήθεια των μποφώρ της περιοχής. Δεν θυμίζουν σε τίποτα τα τεμπέλικα δέντρα και τη ράθυμη χαμηλή βλάστηση μιας περασμένης εποχής. Τότε, οι άνθρωποι έτρεμαν πολύ λιγότερο τον ήλιο και τον καρκίνο του δέρματος – αυτά παθαίνεις όταν το περιβάλλον γύρω σου νοηματοδοτείται μέσω των θερινών παθημάτων αδαών περί καύσωνα ηλιολιγούρηδων Σκανδιναβών τουριστών.

Από χιλιόμετρα μακριά, από απόσταση ασφαλείας, οι ανεμογεννήτριες δεν μοιάζουν πλέον μηχανές. Τ’ απογεύματα με συννεφιά βλέπω πελώριους σταυρούς, φαντάζομαι απόβλητους στην Ιουδαία. Τα πρωινά που ο ήλιος είναι εντάξει απέναντι μας αντικρύζω παράξενα τελετουργικά σύμβολα, μοιάζουν με Μοάι μοντέρνων Ράπα Νούι. Τα βράδια, πινέζες και καρφιά κάνουν voodoo στον πολιτισμό μας τρυπώντας ανελέητα το σώμα του βουνού.

Όπως και να ‘χει, τις ανεμογεννήτριες εμίσησαν πολλοί, ενίοτε for a good reason,

(περιβαλλοντικό κόστος, ιδιωτικές εταιρίες που ξεχνούν να μαζέψουν τα μπάζα άπαξ του θανάτου των ανεμογγενητριών, προβληματική χωροθέτηση),

την ιδέα πως ο άνθρωπος παράγει ενέργεια μέσω του αέρα και του ήλιου θέλω να πιστεύω κανείς!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

24.5.21

This is petroleum

 

Μεσημεράκι Παρασκευής και εξασκούμαι στο αγαπημένο μου θερινό χόμπι, για τις ώρες που αράζω σε κάποια παραλία τουλάχιστον – αλιευτής microplastics.

Μάτι εκπαιδευμένο πλέον, ικανό να ξεχωρίζει ανάμεσα από πολύχρωμα βότσαλα το τεχνητό μπλε, το κόκκινο των χρωστικών ουσιών, το πράσινο που δεν συναντάται στην φύση, την Μεσογειακή τουλάχιστον – ποιος ξέρει τι μυστήρια κρύβει μια ζούγκλα στην Καμπότζη;

Μια συνήθεια που έγινε ανάγκη που έγινε λατρεία η οποία ξεκίνησε όταν ο απόηχος του συνθήματος του Μάη του 68 «κάτω από την άσφαλτο υπάρχει παραλία» έπαψε να δονεί τη νεολαία.

Αναμενόμενο, ζούμε στην εποχή που «κάτω από την παραλία υπάρχει πλαστικό». Προηγήθηκε χρονικά η «Αλλαγή» - από τον φραπέ στο χέρι περάσαμε στον take-away freddo cappuccino, το πλαστικό ποτήρι και τα καλαμάκια μιας χρήσης παρέμειναν περίπου ως είχαν.

The devil is in the details, οπωσδήποτε πλαστικοποιημένες πλέον, τις οποίες ήμουν στη δυσάρεστη/ευχάριστη θέση να διακρίνω αφότου σταμάτησα να επισκέφτομαι τη θάλασσα με hangover.

Πάει καιρός που εξομολογούμαι τα πάθη μου στη θάλασσα, αντί μιας μακρόστενης ξύλινης μπάρας. Κι άλλωστε, είτε κολυμπάς σε νερό της φωτιάς σε κάποιο μπαρ στο κέντρο της πόλης με soundtrack τη χλαλοή του κόσμου, είτε καταπίνεις λίγο λίγο την αλμύρα που φέρνει το κύμα την ώρα που βρίσκεσαι ανάσκελα στην επιφάνεια του νερού με τα χέρια σε έκταση και τον αδυσώπητο ήλιο να μοχλεύει τους ωκεανούς της μνήμης σου,

θαλασσοδέρνεσαι, θαλασσοπαλεύεις.

Ήρθαν τα πράγματα έτσι ώστε χρόνια τώρα να πηγαίνω στην παραλία οπλισμένος με πλαστική σακούλα. Και μπόλικο κουράγιο· ας μην ξεχνάμε πως τόσο οι υπέρμαχοι της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια αλλά και εκείνοι που πίστευαν πως το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του τον Αύγουστο ξεχνούσαν τις διαφορές τους και έθαβαν το τσεκούρι του πολέμου τις γόπες των τσιγάρων τους στην άμμο.

Like father, like son - ορίστε λοιπόν μια απόδειξη της αδιατάρακτης ομοψυχίας της μεσαίας τάξης στη χώρα μας!

Δεν θα πάψω να γεμίζω σακούλες με μικροπλαστικά για όσο καιρό τουλάχιστον σκαπτικά μηχανήματα θα οργώνουν παραλίες λίγο πριν την έναρξη της τουριστικής σεζόν ώστε να κρύψουν το πρόβλημα κάτω από το χαλίκι.

 

This is water.”

This is water” απαντούσε ο David Foster Wallace στα νεαρά ψάρια που κολυμπούσαν αμέριμνα στη θάλασσα και αναρωτιόνταν ειλικρινώς ‘what the hell is water?’ Άτυπος εκπρόσωπος της Generation X, ο Αμερικανός συγγραφέας απευθυνόταν δυνητικά τόσο σε boomers, οι οποίοι κάθε άλλο παρά ευήκοα ώτα αποδείχθηκε πως είχαν δεδομένης της έξης τους στο Philip Rothικό μάντρα "I cum, therefore I am," όσο και σε millennials οι οποίοι, ακολουθώντας το παράδειγμα των μπαμπάδων τους, they turned on, tuned in, but didnt drop outthey burnout instead.

This is petroleum.”

This is petroleum” απαντώ από μέσα μου στα αδιάκριτα βλέμματα απροβλημάτιστων παραθεριστών που συνήθισαν να ζουν ως τουρίστες στον τόπο τους:

γιαγιάδες, προ κορωνοϊού, μειδιούν σαν με βλέπουν να πιάνω με τα γυμνά μου χέρια καπάκια -που κρύβονται ανάμεσα από πέτρες και χαλίκια, παντελώς ανυποψίαστες πως το πλαστικό έχει περάσει πλέον στην τροφική αλυσίδα, κατά συνέπεια, το σερβίρουν στα εγγόνια τους στο πιάτο·

μεσήλικες γυναίκες που μπαίνουν στη θάλασσα μέχρι τη μέση αμφιταλαντεύονται μεταξύ αμηχανίας και άρνησης· συνομήλικοι τους άντρες τρολάρουν, διερωτώνται ρητορικά αν θα πρέπει πια να πηγαίνουμε στην παραλία κουβαλώντας πλαστικές σακούλες·

τέλος, υπήρξε κι εκείνο το μεσημέρι του Ιούνη·

μια βαμμένη ξανθιά με ωραία πόδια έστρωσε την πετσέτα της δύο μέτρα μακριά από τη δική μου. Ήταν η δεύτερη μέρα στη σειρά. Δεν κατάλαβα πως έγινε, αλλά αγόρασα freddo espresso. ΣΕ ΠΛΑΣΤΙΚΟ. Έβαλα ακουστικά, το “Harlem River” από τον Kevin Morby στο repeat.

Σμαράγδια και ρουμπίνια πια, τα microplastics άστραφταν κάτω από τον ήλιο...

    

                            

 

 

 

 

10.5.21

Taste Like Honey: Reminiscences from the Αlbum Εra

 Max Romeo & The Upsetters War Ina Babylon


 

There was a time when reggae music didn’t signify to me a lot more than a lousy beach bar filled with hippy, or even mainstream, holidayers somewhere in a Greek island of the Aegean. As for Bob Marley, he was ascribed as passé and out-of-date to our collective urban consciousness. 

Still, before its cultural appropriation by Western audiences, reggae music was a music genre rooted in rebellion and activism. Bob Marley himself was once “happy to be known as ‘the musical revolutionist’ fighting war with his music.”

In any case, even when reggae music wasn’t raising social awareness, it was dissimilar to chill vibes and cocktail drinking. Reggae was worship music “praising Jah and celebrating a spiritual lifestyle;” certainly not ideally matched to a consumerist culture where music is often suitable to supermarkets.  

Max Romeo’s “War Ina Babylon” functioned as a catalyst to my reggae/dub awakening. It was through his record that I managed to take “One Step Forward” and put reggae into historical and cultural perspective.

War Ina Babylon isn’t an album for the light hearted. It takes a strong stomach. You have to… “put on an iron shirt, and chase the devil out of earth,” whatever that devil might be. As it was the case for some of us back then, not a fire-breathing dragon; complacency.