Showing posts with label Sixties. Show all posts
Showing posts with label Sixties. Show all posts

15.4.15

ζ. βασανίζομαι


ΤΑ SIXTIES ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΟΡΤΟΦΑΓΑ· ΕΙΝΑΙ ΛΑΓΝΑ ZOMBIE

Ι Ι



Δεν είναι τυχαίος ο ύμνος του Εμπειρίκου, στην ποιητική συλλογή «Οκτάνα», στον σύγχρονο του Jack Kerouac. Αναμφισβήτητα έχουμε να κάνουμε με την εξύμνηση της μυθολογίας της ατομικής απελευθέρωσης (και της σεξουαλικής φυσικά, προνομιακό πεδίο στο έργο του Εμπειρίκου) που τόσο χαρακτηριστικά αντιπροσώπευε ο Kerouac και η φημισμένη παρέα του εκείνη την εποχή. 

Οι δοξασμένες μέρες του Kerouac στον δρόμο άντεξαν το τεστ του ιστορικού χρόνου ακόμα κι αν δεν ξεφεύγει και πολύ από το μέτριο το έργο του (γενικά μιλώντας, ο Kerouac κατέγραφε, δεν έγραφε), έργο το οποίο μνημονεύεται τόσο συχνά σήμερα μόνο και μόνο γιατί ταίριαξε απόλυτα με το ύφος της εποχής που κατέφθασε μετά το θάνατο του. Ήταν τα επερχόμενα sixties και η μυθολογία που γέννησαν σε real time που έμελλε να απογειώσουν τον Kerouac και τους υπόλοιπους beat. Αναζητώντας έμπνευση σε πρόσωπα και καταστάσεις, είδη ναρκωτικών και παρέες, ρυθμούς και λέξεις, η γενιά του ’60 απογείωσε και αποθέωσε όλους εκείνους που έμοιαζε να χωρούν στο παράδειγμα (διαθέσιμο φυσικά προς κοπιάρισμα) που διαμορφωνόταν σαρωτικά σε όλα, λίγο πολύ, τα μεγάλα αστικά κέντρα του κόσμου.  

Είναι φυσιολογικό να δημιουργούνται παρανοήσεις σε πρώτο χρόνο, είναι όμως απαραίτητο να ξεδιαλύνονται όταν σκορπάνε τα σύννεφα του ενθουσιασμού. Το απελευθερωτικό πρόταγμα του Holden Caulfield λοιπόν στέκει μίλια μακριά από εκείνο που βρίσκουμε στον κόσμο που κατασκεύασε (τόσο πρόχειρα!) ο Kerouac και πούλησε στο διψασμένο κοινό ο Allen Ginsberg με επιμονή επαγγελματία επαναστάτη και πανουργία βετεράνου στο μάρκετινγκ. Το μήνυμα του Kerouac δεν είχε όραμα, δεν είχε άλλον αποδέκτη από το δικό του Εγώ σε αναζήτηση αυθεντικότητας. Αντιθέτως, το χειραφετικό πρόταγμα του ανήλικου Holden, την στιγμή ακριβώς που ο Salinger αδιαφορούσε να είναι διδακτικός, φανερώθηκε πως ήταν οικουμενικό, γι’ αυτό άλλωστε το βιβλίο του παραμένει αγαπημένο τόσων πολλών θαυμαστών του θαύματος της ζωής. 

Συγχωρείστε μου την αυθάδεια: ο Holden σφυρηλάτηθηκε από την φωτιά του πολέμου καθώς μπουσούλησε για πρώτη φορά στα γόνατα του Salinger που βρισκόταν με το «όπλο παρά πόδα»· ο κόσμος του Kerouac ήταν εν πολλοίς παράγωγο της πολυθρύλητης βαρεμάρας του άστεως (urban frustration) η οποία όταν δεν φυτρώνει πάνω σε κορμιά που σφύζουν από δημιουργικό ταλέντο αποτελεί βασικό δείκτη της κοινοτυπίας και τυποποίησης της ζωής στις μεγαλουπόλεις.

Ο Kerouac, άθελα του, συμβάλλει ενίοτε στη δημιουργία του άκαρπου και θνησιγενούς διανοητικού σύμπαντος του ανθρωπότυπου γνωστού ως “educated fool”. Ορίστε ένας πρώτος σύντομος ορισμός του: όταν θεωρείς πως το διάσημο ταξιδιωτικό βιβλίο του Kerouac είναι αναγκαστικά η γενεσιουργός αιτία για την επιθυμία εξιστόρησης μιας ιστορίας, ανεξαρτήτως φιλοδοξιών και προθέσεων, όταν δηλαδή μια πολιτισμική αναφορά μεσαίου βεληνεκούς φαντάζει ως αποτρεπτικός παράγοντας ώστε να ζήσει κανείς  το δικό του road movie, ανεξαρτήτως ποιότητας, δεν είναι αυτό το ζητούμενο, road movie που δύναται να καταγραφεί με εικόνες-λέξεις-κινούμενη εικόνα, τότε είναι επόμενο να συμπεράνουμε πως ο αυτοευνουχισμός του υποκειμένου το οποίο μετατράπηκε γοργά και ενθουσιωδώς σε κριτικό της επικαιρότητας με έφεση στην επεξεργασία πολιτιστικών προϊόντων (δεν είναι τυχαίο άλλωστε που ο διασημότερος, με όρους star system, θεωρητικός των τελευταίων χρόνων έφερε την ετικέτα cultural critic για πολλά χρόνια), έχει νεκρώσει οριστικά την επιθυμία, όχι μόνο για εξιστόρηση, αυτά είναι για προχωρημένους, αλλά και για την πιθανότητα ακόμα να αντιληφθείς πως η επιθυμία, όταν είναι αληθινή, είναι αδιαμεσολάβητη από cultural references.

Συμπεραίνουμε, κάπως προβλέψιμα είναι η αλήθεια, πως η απόπειρα διαμόρφωσης, στο φαντασιακό μας πάντοτε, κατά τα πρότυπα της «επανάστασης που συμβαίνει στο κεφάλι μας» ενός μοναδικού, ανεπανάληπτου, αυθεντικού Εγώ μάλλον απέτυχε· συνέβαλλε πάντως στη διαμόρφωση ενός τύπου υποκειμένου που αυτομαστιγώνεται την στιγμή ακριβώς που επιθυμεί να σχηματιστεί από μύρια τόσα κομμάτια ενός σύμπαντος που δεν κατανοεί, αλλά ούτε προσπαθεί να κατανοήσει, μια συναρμολόγηση παρατημένη στις δυνάμεις του τυχαίου ακολουθώντας πιστά τις τεχνικές του collage και του pastiche, τεχνικές που όπως εφαρμόζονται δεν υπακούουν σε κανένα αισθητικό κανόνα αλλά παραδίνονται αμαχητί στην ποσότητα και την πληθωρικότητα, σαν ένα πάντοτε άλυτο παζλ που δεν θυμίζει πια παιδικό παιχνίδι αλλά μάλλον αντανακλά λαιμαργία και άγνοια αντίστοιχα. 

Αυτό το Εγώ λοιπόν αφότου επανάστατησε απέναντι στην πειθαρχία, την ιεραρχία, τους κανόνες, κατέληξε να συμβολίζει το κενό· όσο πιο πολλά τα μπαλώματα που εφευρίσκει για τον εαυτό του, τόσο πιο πολύ καταλήγει ξεσκισμένο καραβόπανο στη μεγάλη φουρτούνα της κρίσης του 2008.



11.4.15

ε. βασανίζομαι



ΤΑ SIXTIES ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΟΡΤΟΦΑΓΑ· ΕΙΝΑΙ ΛΑΓΝΑ ZOMBIE

Ι 


Τα sixties ήταν η εποχή που η νεολαία έπαψε να διαφοροποιεί, να ξεχωρίζει, να διαχωρίζει και, εν τέλει, να κρίνει, να αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη που του αναλογεί δηλαδή. Όλα αυτά συνέβησαν την πιο συναρπαστική δεκαετία ολόκληρου του 20ου αιώνα - τι παράδοξο, ένα ακόμη παράδοξο!

Ως εκ τούτου, ο Philip Roth έφτασε να θεωρείται ο εθνικός μυθιστοριογράφος των Αμερικανών ακόμα κι αν αποτελεί ένα ιδανικό παράδειγμα λογοτέχνη που αδυνατεί να αποδράσει από τα όρια αυτού που ονομάζουμε «παραγωγή λογοτεχνικών βιβλίων που ενδιαφέρουν κριτικούς, απονεμητές βραβείων, οργανισμούς βιβλίων, πολιτιστικούς οργανισμούς γενικά, και κάποιους πολίτες με χόμπι την ανάγνωση λογοτεχνίας», ένας γραφιάς που μεταφέρει επιδέξια στο χαρτί πληροφορίες από εφημερίδες και εγκυκλοπαίδιες και αφού σκαρώσει νομότυπα μια μυθιστορηματική δομή ολοκληρώνει ένα ακόμη βιβλίο προς τέρψιν κριτικών και ερασιτεχνών λογοτεχνοφάγων. 

Φυσικά, ο  Roth είναι ήδη κλασικός. Κατά συνέπεια, κι αν πιστέψουμε τον Mark Twain, τα μυθιστορήματα του δεν θα πολυδιαβαστούν καθότι άλλωστε κλασικά, αλλά και ο ίδιος, κλασικός συγγραφέας καθώς είναι, θα μνημονευθεί από άπειρους αλλά θα αγαπηθεί πραγματικά από ελάχιστους.

Στα δικά μας, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, οπωσδήποτε ένας πολύ αξιόλογος άνθρωπος, ένας κύριος με τα όλα του, ένα φιλομαθής και περίεργος για τον κόσμο τύπος, έφθασε να δοξάζεται περίπου σαν κορυφαίος εκπρόσωπος των Ελληνικών γραμμάτων. Δεν είναι. Το ιδιάζον ύφος της γραφής του συνεχίζει να εμπνέει με την έννοια, αρκούντως διεστραβλωμένη έννοια φυσικά, πως σήμερα κυκλοφορούν ευρέως, αλλά και δοξαζόμενοι, σωροί από επίπεδους, ημιμαθείς και αδιάφορους γραφιάδες που θεωρούν πως ένα προκλητικό ύφος, ή ατημέλητο, ή απλά ένα αντί-ύφος, αρκεί ώστε να τραβήξεις την προσοχή.  (Αντίθετα, το εξεζητημένο ύφος γραφής, σαν και του Εμπειρίκου δηλαδή, έχει λόγο ύπαρξης γιατί άλλωστε συνήθως υπακούει μονάχα στις επιθυμίες του δημιουργού· το εξεζητημένο ύφος μπορεί να καταντήσει μανιέρα αλλά συνήθως δεν είναι αυτοσκοπός, προκύπτει διότι υπακούει σε εντελώς προσωπικά χαρακτηριστικά.) 

Είναι κι άλλα· θα έλεγα πως αν υπάρχει ένας άνθρωπος, υπάρχουν κι άλλοι πάντως, που να σου φέρνει στο νου κάτι αντίστοιχο με το φαινόμενο των ερασιτεχνών δημοσιογράφων των πολιτών οι οποίοι φωτογραφίζουν μανιωδώς διαδηλώσεις και πολιτιστικά events, ταραχές και θεάματα, νεκρή φύση όπως την συναντά κανείς στο κέντρο της Αθήνας, αυτός είναι, ο επίσης ερασιτέχνης, φωτογράφος Ανδρέας Εμπειρίκος. Ο Εμπειρίκος ως φωτογράφος ήταν ένα Ajax στον αυτόματο: λύαινε, ή και ξόρκιζε, την πραγματικότητα η οποία σαρωνόταν από το φακό της μηχανής, το αντικείμενο της φωτογράφησης χανόταν μέσα σε μυριάδες πίξελ. Οι φωτογραφίες του πάγωναν, ακινητοποιούσαν τον χρόνο, αιχμαλώτιζαν την πραγματικότητα ώστε εκείνη να μην αναδυθεί στον αφρό, η μηχανή του ήταν μια προστατευτική ασπίδα, μια μάταια πράξη αυτοπροστασίας, όπως συμβαίνει σήμερα με τους ερασιτέχνες της φωτογραφίας του instagram. 

Ο αιώνιος έφηβος Εμπειρίκος στάθηκε και λίγο άτυχος. Γιατί μπορεί στον δικό του κόσμο, προσωπικό και μη, η μορφή του πατέρα να είχε ακόμα ισχύ, ωστόσο, σήμερα κατοικούμε σε έναν κόσμο από ενήλικους έφηβους, όπως ακριβώς το απαιτεί ο κόσμος της διαφήμισης δηλαδή. Κατά συνέπεια, η «αιώνια εφηβεία» του Εμπειρίκου παίρνει τη μορφή ενός επιπρόσθετου βάρους στις πλάτες μας.

Στο σημείο αυτό, χωρίς να επιθυμώ να τοποθετήσω όλα τα παραπάνω αποκλειστικά στην σφαίρα ενός αυστηρά υποκειμενικού και κατά συνέπεια εύθραστου συμπεράσματος, οφείλω να προσθέσω πως σε μια πιθανή μελλοντική επίσκεψη στον πλανήτη Εμπειρίκο, ας πούμε σε δέκα χρόνια από τώρα, θα ήμουν ευτυχής αν κατέληγα σε, έστω και ελαφρώς, διαφορετικά συμπεράσματα.  Κι αυτό γιατί ο Ανδρέας Εμπειρίκος ήταν πραγματικά ένας λαμπρός άνθρωπος με διάθεση να προσφέρει στους άλλους, ήταν ο φίλος που ονειρεύεσαι να έχεις. 

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος είναι το ιδανικό φαντασιακό alter ego όσων ονειρεύονται τον Παράδεισο· το φαντασιακό alter ego εκείνων που νταραβερίζονται με την Κόλαση δεν είναι άλλο από τον William Burroughs. 

Συμβαίνει καμιά φορά όταν επισκέπτεσαι για δεύτερη φορά εξεζητημένους και ιδιότροπους τόπους, όπως είναι για παράδειγμα ο κόσμος που κατοικούσε κάποτε ο Burroughs, τα πάντα να ανατρέπονται. Δεν είναι λίγοι εκείνοι, υποθέτω, που κάποτε έφαγαν μια μπουκιά από το περιβόητο «Γυμνό Γεύμα» καταλήγοντας στην διαπίστωση πως επρόκειτο για την αμβροσία των πιο παράξεων Θεών που έπλασε με τη φαντασία του ο άνθρωπος μόνο και μόνο για να αναθεωρήσουν ριζικά έπειτα, και ύστερα από ένα αναγκαίο χρονικό διάστημα, με συνέπεια να τοποθετήσουν το εν λόγω σύγγραμμα παρέα με άλλα gadget που κοσμούν τη βιβλιοθήκη που αγόρασαν κάποτε από το IKEA.