Showing posts with label William Burroughs. Show all posts
Showing posts with label William Burroughs. Show all posts

4.9.11

a task



Let’s face it; William Burroughs never really had any job. He didn’t really need to work in his whole life the lucky bastard. Therefore, it only makes sense that he assigned himself certain tasks; tasks designed to substitute a man’s daily working routine (either academic work or the scavenger’s smelly mission). These goals had to be fulfilled in a precise and accurate way, that’s for sure.

When he felt like orienteering himself around the streets of a city by walking on “color association lines,” he was following an order coming from the more absolute kind of a boss one can have in his/her life: your own individual and eternal self.

I’m sure he had many other tasks to be completed on a day’s time the way an ordinary clerk working on the company’s downtown offices has it. I’m also quite sure that he reached perfection while taking care of these inescapable responsibilities as I’m perfectly sure that 99, 3% of the ordinary clerks fail to do so.

But that’s life, don’t you think? Life is full of losers + a bunch of winners-losers. Winners-losers like William S. Burroughs. 


+

“I have met Burroughs quite a few times over the last fifteen years, and he always strikes me as an upper-class Midwesterner, with an inherent superior attitude towards blacks, policemen, doctors, and small-town politicians, the same superior attitude that Swift had to their equivalents in his own day, the same scatological obsessions and brooding contempt for middle-class values, thrift, hard work, parenthood, et cetera, which are just excuses for petit-bourgeois greed and exploitation. But I admire Burroughs more than any other living writer, and most of those who are dead.” 

J.G. Ballard on William Burroughs







20.7.11

devil

tebe interesno


Όταν ο Διάβολος του πρότεινε την απομόνωση ως λύση ο Μίλτος δεν είχε ιδέα πως εκείνος τον ζήλευε θανάσιμα. Έκανε όπως του είπε∙ ήθελε πολύ άλλωστε να γίνει συγγραφέας.

Τα πρώτα χρόνια περάσαν με ταχύτητα σφαίρας από όπλο Μάγκνουμ στα σταθερά χέρια του William Burroughs. Σφαίρας σφηνωμένης στα ρουθούνια.

Τα επόμενα χρόνια έμελλε να ‘ρθουν∙ τα ανέμενε με ιδιαίτερη ανυπομονησία. Είχε πια αφήσει το κλουβί του.



[A cage went in search of a bird... Kafka shouted from behind. But he was determined to continue his going outside; he felt like orienteering himself around the streets of a city by walking on “color association lines,” as Burroughs, his favorite devil, did.]









15.7.11

Αγάπη


Αφού άλλωστε το γνωρίζουμε όλοι καλά, εμείς του Μπάροουζ οι (κάτι σαν) θαυμαστές, πως δεν κατάφερε να αγαπήσει ποτέ του, ο ιδιοφυής εκείνος Αμερικάνος συγγραφέας. Δεν το κατάφερε για δεν ήτανε γραμμένο στο δικό του πεπρωμένο, μα ιδιοφυής γαρ, βρήκε το τρόπο ώστε να επισκεφθεί κάποιον τόπο που δεν είναι τόπος.

Είτε αυτός λέγεται έρωτας στα ντουζένια του κει που δεν λογάς τίποτα άλλο πια πέρα από το ατελείωτο βάθος του πάθους σου είτε λέγεται ταξίδι στο έρεβος με πρέζα διαλεχτή Μαροκινή, κει που θα φτάσεις δε θα ‘χει πια γυρισμό.

Ίσως ο Ρομπέρτο Μπολάνιο να είχε δίκιο:

For some of those of my generation, William Burroughs was the affectless man, the shard of ice that never melted, the eye that never closed. They say he possessed every vice there was, but I think he was a saint who attracted all the sinners in the world because he was gracious and unwise enough never to shut his door. [1]

Αν είχε δίκιο, τότε ο άγιος αυτός στεκόταν κάπου δίπλα από την αγάπη καταραμένος να μην τη νοιώσει ποτέ του μιας και κάτι τέτοιο ποτέ δεν θα επιτρεπόταν σ’ έναν άγγελο σαν και του λόγου του. Έτσι λοιπόν, ρίχτηκε με τα μούτρα στην αρρώστεια της πρέζας κι άνοιξε τις πύλες να μπει μέσα κάθε κακό. Αποφάσισε πως όλα επιτρέπονται μιας και δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, ο μέγας αυτός αποκλεισμένος, καταραμένος καθώς ήταν να μη γευτεί ποτέ  το μέγιστο αγαθό για το οποίο η ανθρωπότητα όλη υποκλίνεται και καθαγιάζεται στο όνομα του. Το ονόμασαν αγάπη και είναι τόσο δύσκολο να αποκτηθεί, να βιωθεί, να κατανοηθεί, όσο εύκολο σου είναι να παραδεχτείς πως η κόλαση είναι οι άλλοι.

Η κόλαση είναι οι άλλοι, το γνωρίζουμε αυτό. Το ήξερε κι ο Μακιαβέλλι που συνιστούσε - σαν άλλος τοποτηρητής ανθρωπίνων σχέσεων εξουσίας - τους ανθρώπους να τους κάνεις φίλους σου, ή αλλιώς, αν δεν σου βγαίνει, αν δεν το προτιμάς, αν δεν προκύψει, να τους τσακίζεις ανελέητα δίχως δισταγμό ή δεύτερη σκέψη.

Η κόλαση ήταν οι άλλοι και για τον Μπάροουζ. Δεν άντεχε βλέπετε το συναισθηματισμό στο έργο των φίλων του των μπιτ, δεν άντεχε φυσικά ούτε και την οξύνοια και ευφυΐα του μοναδικού εκπρόσωπου του άλλου φύλου που σεβάστηκε πραγματικά στο πέρας ογδόντα και πλέον χρόνων επί γης. Την έστειλε στον άλλο κόσμο, μη διστάζοντας καθόλου καθώς ήταν όλο ένα παιχνίδι με ένα μήλο κι όταν μπαίνεις στο χορό του παιχνιδιού της ζωής δεν κάνεις βήμα πίσω.

Ένα βήμα πίσω και σε ρούφηξε η κόλαση των άλλων, είτε αυτοί λέγονται τσαρικοί στη Ρωσιά του 20ου αιώνα είτε Γάλλοι μοναρχικοί του 18ου είτε οι φίλοι σου που άφησες να απολαμβάνουν το τέλος της ιστορίας και μια μέρα ξύπνησαν να δουν τα αποκαΐδια αυτού του τέλους να ονομάζονται new austerity measures. 

Αν αγαπάς δεν υπάρχει βήμα πίσω. Βήμα πίσω θα σήμαινε - όχι συνθηκολόγηση – μα ολοκληρωτική συντριβή στην κόλαση των άλλων. Κάπως έτσι και ο δικός μας άγγελος της ιστορίας, ο βίαιος και αμετανόητος Μπάροουζ, δεν έκανε το βήμα πίσω παρά μόνο λίγο πριν το τέλος, τότε που μας άφησε κληρονομιά τους τελευταίους του ψιθύρους... «δεν υπάρχει τελική λύση... υπάρχει μόνο ένα παυσίπονο που το λένε αγάπη...αυτό που νοιώθω για τις γάτες μου...»

Αυτά για εκείνον που δεν αγάπησε ποτέ του∙ όσο για τον άντρα που αγαπούσε τις γυναίκες, τον άντρα που αγαπούσαν οι γυναίκες, αγάπη θα σημαίνει ο πόνος που φέρνει η διαπίστωση πως γεννήθηκε στην αγκαλιά της κόλασης των άλλων καθότι γεννήθηκε για να αγαπά. 

Το «η κόλαση είναι οι άλλοι» δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα, όπως αποτέλεσμα είναι και η μετατροπή ενός ανθρώπινου όντος σε μια καρικατούρα του είδους από άμυνα έναντι της απόλυτης αυτής αλήθειας: να είσαι κυνικός, να ζεις από απόσταση, να ορθολογικοποιήσεις το αποτέλεσμα με όρους επιστημονικής «αλήθειας» περί του ανθρώπινου ψυχισμού, να είσαι ένα κυνικό γουρούνι. Ορίστε το αποτέλεσμα του αποτελέσματος.

Αλλά η αγάπη που προσκρούει στην κόλαση των άλλων, είναι η αφετηρία και όχι το αποτέλεσμα. Κάτι τέτοιο δε χωρά στον ορισμό της, είναι ψιλά αδιαφανή γράμματα. Η αγάπη είναι η πρωταρχική συνθήκη ύπαρξης του Θεού, κατοικεί στο σκότος κι αυτονομείται όταν αυτό είναι ανθρωπίνως δυνατόν. Η αγάπη είναι.






10.2.11

a fight







 Στη διάσημη τηλεοπτική μονομαχία του Marshall McLuhan και του Norman Mailer, τον καιρό της φλογερής δεκαετίας του ‘60, ο πρώτος, κατά κοινή ομολογία, ήταν ο αδιαμφισβήτητος νικητής. Ο μίστερ “το μέσο είναι το μήνυμα,” ήταν ο κομιστής του νέου, μιλούσε με αποδείξεις και ονόματα (έστω και με ημερομηνία λήξης όπως άλλωστε είναι γραμμένο στο πεπρωμένο τους), κουβαλούσε στην πλάτη του επιστήμη και αριθμούς, ενσωμάτωνε παλαιές λέξεις σε νέα μηνύματα.
 Ο Mailer, αντίθετα, «ξέδωσε» χρησιμοποιώντας ίσαμε και πέντε φανταχτερές λέξεις, όλες συνώνυμες, για να αποδώσει την έννοια μιας κουρτίνας ή μιας αστραπής, τα έδωσε όλα στο πεδίο της θεατρικής εκφραστικότητας που μεταχειρίζονται οι κατά τόπους και χρόνους δημόσιοι ομιλητές (την ίδια στιγμή που ο McLuhan παραμένει ένας μικρός γιόγκι), ήταν βασικά, ο παραδοσιακός εξωστρεφής διανοούμενος, λιγάκι αντιφατικός, αρκετά αληθινός, κάπως κουραστικός και διάφορα άλλα ανθρώπινα.
 Όχι πως ο McLuhan δεν ήταν «ανθρώπινος», δεν κάνουμε αυτήν την (ατελέσφορη) κουβέντα τώρα. Η κουβέντα έχει να κάνει με τις αιτίες της ήττας του ενίοτε και συμπαθούς Αμερικανού συγγραφέα. Γνώμη μου είναι λοιπόν πως δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα γι’ αυτόν να κερδίσει τις εντυπώσεις. Αυτό συνέβη, όχι γιατί ήταν λιγότερο έξυπνος από το συνομιλητή του, διόλου απίθανο πάντως, αλλά γιατί ο αγώνας ήταν άνισος.
 Βλέπετε, ο Mailer ρίχτηκε στη μάχη γνωρίζοντας πως δε θα ήταν δυνατό να κερδίσει, η ατζέντα που υπήρχε ήταν απαγορευτική γι’ αυτόν και τους όμοιους του. Προσοχή! Δεν αναφερόμαστε σε μια κάποια τηλεοπτική ατζέντα που έπρεπε να σεβαστούν οι δύο συνομιλητές. Ομιλούμε ευθαρσώς για μια άλλη ατζέντα, αυτή στην οποία αναφέρθηκε ο Γκράμσι. Όταν μια διαπραγμάτευση διεξάγεται εντός της γλώσσας της εξουσίας λοιπόν, όταν η εξουσία καθορίζει αποφασιστικά το framework του όποιου debate, ο αγώνας είναι άνισος για ένα από τα δύο αντιπαρατιθέμενα μέρη.
 Ο άμοιρος Mailer έμενε να παριστάνει, όσο μπορούσε, το Θεό Διόνυσο στην εποχή όπου αυτός βρίσκεται φαρδιά πλατιά ευνουχισμένος. Κατά συνέπεια, ο McLuhan ήταν ο Απόλλωνας απλά και μόνο επειδή κατάφερε να τον παριστάνει επαρκώς. Η Γκραμσιανή ατζέντα ήταν σαφώς προς όφελος του∙ στο δρόμο που διανύουμε, προς μια επιστημονική-τεχνοκρατική (sic – λίγη παλιά Sixties ορολογία δεν έβλαψε ποτέ κανέναν ) ανάγνωση του κόσμου που μας περιβάλλει δηλαδή, του ήταν αρκετά εύκολο να υποδυθεί το ρόλο που υποδύονται σήμερα όλοι οι tech ειδήμονες οι οποίοι μεταφράζουν κατά το δοκούν την πραγματικότητα (την επίσημη∙ τις άλλες, αυτές που παρουσιάζονται στον ύπνο μας φερ’ ειπείν, δεν τις έχουν υπόψην τους) με λέξεις παμπάλαιες μεν, νοηματοδοτούμενες εκ νέου όμως, όπως π.χ. τη λέξη δίκτυο.
 Ο Mailer έκανε το θλιβερό λάθος να αποδεχθεί το ρόλο του ως ένας αρχαϊκός Διόνυσος τη στιγμή που αυτό ήταν ξεκάθαρα εις βάρος του. Ήταν και εις βάρος της αλήθειας. Οι Διονυσιακές αλήθειες του Mailer είναι, αναγκαστικά, και Απολλώνειες. Το ίδιο συμβαίνει και αντίστροφα φυσικά. Η διαφορά συνίσταται στο «θράσος» του McLuhan να υποδύεται τον Απόλλωνα ενσωματώνοντας με χαλαρή διάθεση και λιγάκι από Διόνυσο τη στιγμή ακριβώς που μασκαρεύει τις αλήθειες του με λέξεις όπως tribal και global village αποκτώντας σαφές πλενέκτημα έναντι του βαθιά κοιμώμενου τον ύπνο της γλυκιάς αυταρέσκειας συνομιλητή του. 
 Ο McLuhan καταφέρνει να ιδιοποιείται αυτό ακριβώς που είναι σε θέση να προσφέρει ο μονομανής, αλλά και αυθεντικός τρόπον τινά συνομιλητής του, με τον ίδιο τρόπο που η εξουσία ιδιοποιείται τις όποιες ιδιωτικές, ή και μη, αλήθειες μας. Το πανανθρώπινο δικαίωμα για παιχνίδι άλλωστε, μονοπωλείται πλέον από εκφραστές του τύπου Google headquarters όπου κανείς συναντά τσουλήθρες, πολύχρωμες κουράδες που σου φτιάχνουν καφέ, ιπτάμενα προφυλακτικά που λένε τον καιρό και άλλα τέτοια όμορφα∙ όλα αυτά στα πλαίσια ενός χαλαρωτικού διαλείμματος από την πολύωρη εργασία που προσφέρει μια αναλώσιμη ανθρώπινη μονάδα.
 Εγώ πάντως, βρίσκομαι μονίμως στην ευχάριστη θέση να καταφέρνω να καταρτίζω ατελείωτες λίστες από Διόνυσους με φανταχτερές Απολλώνειες, όχι εκλάμψεις, αλλά βαθιά χαραγμένες χαρακιές στο κορμί και στο πνεύμα. Με άλλα λόγια, ποτέ δε βρήκα λογική την ιδέα να χαρίζεις στους άλλους, στους απέναντι, ελαφρά τη καρδία, ακόμα και μετά από τέσσερα ποτήρια βότκα τόνικ μιας και γνωρίζουμε ότι ο Mailer ήταν και γαμώ τα ποτήρια, ότι σου αξίζει δικαιωματικά σε τούτη τη ζωή.
 Ο τοξικομανής (on and off στην πρέζα μέχρι τα γεράματα) συγγραφέας William Burroughs που πέρασε ατελείωτες ώρες κοιτώντας απλά το δάχτυλο του όσο η ηρωίνη έστηνε τρελό χορό μέσα στο κορμί του, είχε τόσο Απόλλωνα μέσα του όσο το μέγεθος της ηλιθιότητας εκείνων που ο ίδιος αποκαλούσε “the worst of all peasants:” 
“They are all stupid peasants, and the worst of all peasants are the so-called educated. These people should not only be prevented from learning to read, but from learning to talk as well. No need to prevent them from thinking; nature has done that.”

 O Burroughs, ένα ατελείωτα μοναχικό μεγαλοπρεπές Εγώ, δεν άφησε στον εχθρό να καταλάβει το ζωτικό χώρο για τον οποίο μονομαχεί μεγάλος μέρος της σκεπτόμενης ανθρωπότητας εδώ και χρόνια: το πεδίο στο οποίο ευδοκιμεί η Σκέψη. Γνωρίζοντας πολύ καλά πως το αναπόδραστο, σαν άλλο φουκωϊκό σύστημα, πεδίο στο οποίο η εξουσία καθορίζει αμετάκλητα τους όρους διαξαγωγής του όποιου debate θα ήταν γι’ αυτόν κάτι σαν νεκροτομείο της ύπαρξης, όρισε τη Λέξη ως Ιό και ξεμπέρδεψε μια και καλή. (The Word is a Virus). O Burroughs, πονηρός γαρ, αναποδογύρισε το τεχνητά αναπόδραστο σύστημα στο οποίο εισέρχεσαι όταν αυτό που διατυπώνεις προσκρούει στα δεδομένα (data) στα οποία βασίζουμε με φλογερό πάθος την ύπαρξη μας, αυτά εννοείται πως μεταλλάσσονται ανάλογα με το σύστημα σκέψης στο οποίο έχουμε προσγειωθεί την κάθε δεδομένη ιστορική περίοδο, δεδομένα όμως, τόσο ευμετάβλητα όσο και το γούστο ενός fashion victim, εδώ που τα λέμε.
 Παμπόνηρος γαρ, δεν έχασε την ευκαιρία να αντλήσει υλικό από τη διαθέσιμη δεξαμενή του καιρού που έζησε, Mallarmé, γλωσσολογία, επιστήμη της ιατρικής και τα ρέστα. Κορόϊδο δεν ήταν∙ μεταχειρίστηκε προς όφελος του τις Απολλώνειες αλήθειες, αυτός, ο (αυτο)καταστροφικός Διόνυσος, πατώντας βεβαίως πάνω στη μία και μοναδική μη αναστρέψιμη αλήθεια αυτού του κόσμου: “There is no final solution.” 
 Global village: εκεί που το Facebook συναντά την ACTA [εδώ]. Tribal: εκεί που η new age αφασία συναντά τη χυδαία απόλαυση μιας χυδαίας μαζικής κουλτούρας.