13.9.12

Επιστροφή στη Ρουμανία V



Το τρένο έχει διεισδύσει στα έγκατα της Tulcea όταν προσπερνάμε με μικρή ταχύτητα μια γειτονιά made of λαμαρίνα. Σπαρμένα στους λόφους που στέκουν δεξιά και αριστερά των γραμμών του τρένου, τα χαμόσπιτα αυτά φαίνεται πως κατοικούνται από Τσιγκάνους, γύφτους, Ρομά και τα ρέστα. Δεν καταλαμβάνουν πάντως μεγάλη έκταση.

Λίγο πριν φτάσουμε στο λιμάνι συναντάμε το κτίριο που στεγάζει το τελωνείο. Ογκώδες και κάποτε λευκό, δεν βρίσκεται πλέον σε καλή κατάσταση. Ολόκληρα κομμάτια μάρμαρου απουσιάζουν εδώ κι εκεί· βλέπετε, στη Ρουμανία δεν χρειάζεται να αγανακτήσουν σκληροπυρηνικοί νεανίες ώστε να αντικρύσεις μιας εικόνα αντίστοιχη με εκείνη μιας ξεμαρμαρισμένης πλατείας Συντάγματος. Χρόνια οικονομικής παρακμής και αδιαφορία έφεραν το ίδιο αποτέλεσμα.

(Η παρακμή φέρνει και μετανάστευση. Η κομητεία της Tulcea είδε τον πληθυσμό της να μειώνεται κατά 50 ολόκληρες χιλιάδες τα τελευταία δέκα χρόνια (200.000 από 256.000). Ξέρετε, η γνωστή ιστορία της εισόδου της Ρουμανίας στην Ε.Ε. που έστειλε 2,5 εκατομμύρια Ρουμάνους στο εξωτερικό.)  

Το τρένο κάνει τέρμα στο λιμάνι, λιμάνι που αναπνέει κι αυτό αέρα παρακμής. Ας μη βγάζουμε πρόχειρα συμπεράσματα όμως· υπάρχει άραγε λιμάνι στον κόσμο όλο που δε σου γεννά αυτήν την αίσθηση; Transit centers εκ κατασκευής, τα λιμάνια είναι συνήθως αυτό που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας. Τέτοιου είδους βαρίδια, συνήθως είναι και δύσοσμα.  

Προσπάθειες ετών για εκσυγχρονισμό φαίνεται πάντως να έχουν πιάσει τόπο. Ογκώδη, ακριβά ξενοδοχεία δεσπόζουν στο χώρο. Καφετέριες περιποιημένες που ίσως φέρνουν στο νου Ελληνικές coffee delirium απολαύσεις (κάτι καθόλου δεδομένο στην επαρχία της Ρουμανίας όπου ορθογώνια χαμηλοτάβανα κουτιά δίχως παράθυρα συχνά στεγάζουν λάτρεις της μπύρας), επίσης δίνουν ένα ξεχωριστό τόνο. Φυσικά, πουθενά στη Ρουμανία δε θα συναντήσεις μέρος δίχως την αύρα του παλαιού κόσμου - όπως αυτή αναδύεται μέσα από τα bloc of flats - να συνδιαμορφώνει το χώρο. Έτσι και στο λιμάνι της Tulcea. Μην το ξεχάσω· εκείνο που ξεχωρίζει στο τοπίο τη στιγμή που μιλάμε δεν είναι άλλο από τους μπλε και κίτρινους πανύψηλους γερανούς. Φαίνεται πως το λιμάνι επεκτείνεται για λόγους που πιθανώς να σχετίζονται με τους εορτασμούς της αγίας Ανάπτυξης.

Μια μεσήλικη κυρία μας ζητάει λεφτά, θέλει να πάρει κάτι να φάει όπως λέει. Προσφέρουμε ένα σάντουιτς το οποίο και δέχεται δίχως δεύτερη σκέψη. Το βάζει αμέσως στην τσάντα της και αποχωρεί. Κάτι που λάμπει σαν χρυσός, και που αψηφά τη δύναμη του ήλιου που λάμπει πάνω από τα κεφάλια μας, αποσπά την προσοχή μου καθώς την κοιτώ να φεύγει με σχετικά γοργό βήμα. Στο βάθος της εικόνας, εκεί που φθάνει το μάτι και πάνω σε ένα λοφίσκο, διαβάζω τα μεγάλα και στο χρώμα του χρυσού γράμματα: Tulcea, όπως λέμε Californication δηλαδή.




 

12.9.12

Επιστροφή στη Ρουμανία IV



Στο δρόμο προς την Tulcea δε στέκομαι και τόσο τυχερός. Δύο οι λόγοι. Πρώτον, το τρένο που μας έλαχε. Σχετικά καινούργιο και σχετικά αδιάφορο. Τα καθίσματα καλύπτονται από μπλε ύφασμα με μύρια τόσα μικρά γεωμετρικά σχήματα - ενισχυτικά ομορφιάς. Θυμίζουν έντονα καθίσματα αστικού λεωφορείου της Αθήνας. Η ηχηρή απουσία του ξύλου τριγύρω εντείνει την περαστική, το δίχως άλλο, μελαγχολία. Αναπολώ τα κάπως παρακμιακά παλιά τραίνα που ακόμα κυκλοφορούν ελεύθερα, πρόθυμα να απελευθερώσουν τη φαντασία. Όπως και τότε. Δεύτερον, γιατί με πήρε ο Μορφέας στην αγκαλιά του επί μακρόν. Χάνω τόσες εικόνες, συλλαμβάνω ωστόσο τα εξής: (πραγματικά) ατελείωτες καλλιεργήσιμες εκτάσεις από ηλιόσπορους, σιτάρι, καλαμπόκι. Τη στιγμή ακριβώς που το θέαμα καταντά μονότονο κάνουν την εμφάνιση τους οι γίγαντες. Ντυμένοι στα λευκά, επιβάλλονται με άνεση - που σχεδόν τρομάζει - στο τοπίο. Διακόσιες σαράντα (240) ανεμογεννήτριες στέκουν προσοχή εμπρός του θεού των αέρηδων εκμεταλλεύομενοι τη γενναιοδωρία του. Ύστερα από δέκα με δέκα πέντε λεπτά της ώρας, αφήνουμε πίσω μας το Fântânele-Cogealac Wind Farm, το μεγαλύτερο αιολικό πάρκο της Ευρώπης.

Πολύ αμφιβάλλω όμως για τα οφέλη που αποκομίζει το Ρουμάνικο κράτος, και κατά συνέπεια και οι πολίτες του, από το γιγαντιαίο αυτό επενδυτικό γεγονός. Παραδέχομαι βέβαια πως δεν έχω στοιχεία, πείτε το και διαίσθηση.










10.9.12

Επιστροφή στη Ρουμανία ΙΙΙ



Είναι Κυριακή πρωί όταν ξεκινάμε με τα πόδια για το γειτονικό δημοτικό σχολείο. Σήμερα είναι μια σπουδαία μέρα για την πολιτική ζωή της χώρας, που λέει ο λόγος βέβαια.Το δημοψήφισμα που ετοίμασε η κυβέρνηση του Βίκτορ Πόντα σχετικά με την αποπομπή του πρόεδρα Μπασέσκου αναμένεται να αφήσει το κοινό εντελώς αδιάφορο. Η Ρουμανία έχει εισέλθει κι αυτή με τη σειρά της, με αρκούντως τεχνητό τρόπο είναι η αλήθεια, σε περίοδο πολιτικής αστάθειας. Αφθονούν πλέον οι ίντριγκες, οι πολιτικές κόντρες και τα ανούσια τηλεοπτικά ντιμπέιτ. Αν θέλουμε να φθάσουμε κάποτε και στην ουσία του ζητήματος θα λέγαμε πως ανακαλύπτοντας κατά βούλησιν pretexts επιχειρείται μια εκ νέου μοιρασιά-λεηλασιά στους κόλπους της Ρουμάνικης εξουσίας. 

Ο Πόντα διψά για εξουσία· pedigree με μηδαμινό χρόνο εργασίας στoν έως τώρα περίπατο στο πάρκο της ματαιότητας που ονομάζεται "Η Ζωή ενός Πόντα", σχετικά σύντομος περίπατος άλλωστε καθώς είναι μόλις 40 ετών, εσχάτως κατηγορούμενος για χοντρή λογοκλοπή στη διατριβή του, διατριβή με επιβλέποντα 'καθηγητή' τον τιτάνα της πολιτικής Adrian Năstase, πρωθυπουργό της Ρουμανίας από το 2000 έως το 2004 και προσφάτως φυλακισθέντα για ζητήματα διαφθοράς*, αόρατος μεταπτυχιακός φοιτητής σε ένα πανεπιστήμιο της Ιταλίας το οποίο μέσω του πρύτανη του ενημέρωσε τον κόσμο όλο πως ουδέποτε κάποιος Πόντα εγγράφηκε στο ίδρυμα, ο Πόντα ήρθε για να μείνει.

Ο Πόντα, δυστυχώς για τους Ρουμάνους, είναι ένα μανιασμένο για εξουσία άλογο που αναμένεται να ταλαιπωρήσει (να γονατίσει για να το πούμε καλύτερα) τους Ρουμάνους υπήκοους για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα ραγίζοντας λίγο ακόμη τον ήδη ραγισμένο κοινωνικό ιστό μιας χώρας που βρίσκεται σε βαθιά αξιακή κρίση έπειτα από το χιλιοτραγουδισμένο 1989. Προηγούμενως, είχαν άλλα σοβαρά προβλήματα φυσικά. Ετούτο το άλογο λοιπόν, είναι σημαντικό να το αναφέρουμε, δεν καταφέρνει να σταθεί στο ύψος του αξιώματος του ούτε ακόμα κι όταν κάνει ένα σύντομο περίπατο μπροστά στις κάμερες καθώς πάει να ρίξει τη ψόφο του. Το είδα με τα μάτια μου, καρφωμένα στην οθόνη καθώς ήταν· οι ώμοι του γυρτοί, η λεκάνη πηγαινοερχόταν δεξιά κι αριστερά κατά βούλησην, τα πόδια ανοικτά αρκετά ώστε να σχηματίσουν το βηματισμό του λεγόμενου κάγκουρα. Αυτό που είδα δηλαδή δεν ήταν ο βηματισμός ενός επικεφαλής κράτους μα το αντιαισθητικό σούρσιμο ενός ανθρώπου που δεν κατάφερε ποτέ να μάθει απολύτως τίποτα. Ήταν πανθομολογουμένως ένα θλιβερό θέαμα.

__
Το δημοτικό σχολείο βρίσκεται σε μια κατάσταση γύρω στο μέτριο. Εξωτερικά παρατηρείται μια σχετική αποσύνθεση· κατά τόπους ξεφλουδισμένο, έχει να πέσει βαφή μπόλικα χρόνια. Ένα παρατημένο σαράβαλο αμάξι βρίσκεται στην αυλή που ευτυχώς δροσίζεται από ψηλά, καλοστεκούμενα δέντρα. Στο εσωτερικό του κτιρίου, δεξιά από την κύρια είσοδο, ένα παμπάλαιο φθηνιάρικο έπιπλο φιλοξενεί την τροπαιοθήκη του σχολείου. Φωτογραφίες μαθητών που φορούν παραδοσιακές σχολές κοσμούν τον απέναντι τοίχο. Οι πόρτες που οδηγούν στα μαθητικά ενδότερα είναι σε κακό χάλι· γυαλί καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας που συμπληρώνεται από ξεφτισμένο ξύλο σε χρώμα ανοιχτό πράσινο. Το σκηνικό θύμιζε άλλη δεκαετία, θα μπορούσε να γράψει κανείς. Αρνούμαι να το γράψω. Γιατί, μήπως δεν είναι κομματάκι γελοίο να γράφουμε πως η Ελλάδα επιστρέφει στην τάδε και στη δείνα δεκαετία επειδή, απλά, νοιώθουμε ανίσχυροι να αναμετρηθούμε με το τέρας όπως αυτό ξεπήδησε από τον κόρφο μας εν έτει, αλλά και με όρους και χαρακτηριστικά, 2012; 

Το σκηνικό ελεγχόμενης παρακμής που χαρακτηρίζει το χώρο γνωρίζει όμως και μία εξαίρεση. Για την ακρίβεια δύο, όσες κι οι πόρτες που οδηγούν στα έγκατα του γραφείου του διευθυντή αλλά και του γραμματέα του σχολείου. Ολοκαίνουργιες, αστραφτερές, ακριβές, ασφαλείας· είναι οι ξύλινες πόρτες που θες να έχεις στο σπίτι σου αν κατοικείς στο κέντρο της Αθήνας.

Βλέπετε, εδώ στη Ρουμανία οι ανισότητες, όχι απλά υπάρχουν, βγάζουν μάτι. Οι ανισότητες πρέπει να βγάζουν μάτι. Οι ανισότητες οφείλουν να βγάζουν το μάτι του άλλου.





*Τρελά γλέντια· υποτίθεται πως έστρεψε ένα όπλο προς την κεφάλα του και πυροβόλησε όταν οι μπάτσοι έφθασαν στην εξώπορτα του σπιτιού του ώστε να τον οδηγήσουν ήσυχα ήσυχα (εννοείται) στης φυλακής τη σχετική άνεση αν είσαι ένας ακόμη Τσοχατζόπουλος και πάνω δηλαδή. Αυτό το πανηγυράκι φυσικά  στήθηκε ώστε να σταλεί απευθείας σε νοσοκομείο.


6.9.12

Επιστροφή στη Ρουμανία II


Ατενίζω ανέμελα, ξαπλωμένος στην αιώρα καθώς είμαι, αιώρα που ως συνήθως είναι τοποθετημένη με τρόπο λανθασμένο (οριζόντια αντί για σχεδόν κάθετα). Την ίδια στιγμή, καμιά εικοσαριά μηλιές τυχαίνει να μου κρύβουν τον ήλιο. Τα μήλα δεν έχουν κοκκινήσει ακόμα· είναι πράσινα και στο μέγεθος μισής χούφτας.

Πράσινα τα μήλα, πράσινα τα φύλλα, πράσινο και το χορτάρι που έχει θεριέψει λιγάκι. Η πρώτη σκέψη που παράγει ορμητικά μέσα στο μυαλό μου η πράσινη αυτή πανδαισία σχετίζεται με τη μεγάλη, και αγαπημένη καθώς λένε, οικογένεια του προσφάτως αποθανόντα Steve Jobbs. Τι τα θες... συμβαίνουν κι αυτά σκέφτομαι - άσε που τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν χειρότερα, η πρώτη σκέψη μου να ήταν λόγου χάρη ο Παναθηναϊκός.

Δεν θα αργήσει όμως να έρθει και η στιγμή που το πράσινο των μήλων θα γίνει αρκούντως αποκαλυπτικό: οι ατελείωτες καλλιεργήσιμες εκτάσεις της Ρουμανίας, τα πυκνά δάση που εκτείνονται και από τις δύο πλευρές ενός δρόμου που οδηγεί έξω από το Βουκουρέστι, δάση που ορισμένες φορές σου δίνουν την εντύπωση πως θα 'θέλαν να κατασπαράξουν την άσφαλτο σαν άλλο δροσερό καρπούζι και κατόπιν να φτύσουν σαν ανεπιθύμητα κουκούτσια λογής λογής αυτοκίνητα, η γη της Τρανσυλβάνιας που αναπνέει χλωροφύλλη στα δάση της, όλα καθρεπτίζονταν σε εκείνα τα μήλα - στη λεία τους επιφάνεια και στο ζωογόνο τους φανταχτερό πράσινο χρώμα.

Και πόσο διαφορετικά είναι όλα αυτά απ' όσα εγώ γνωρίζω - Έλληνας στην καταγωγή. Στη Λακωνία συστοιχίες από πορτοκαλιές δηλώνουν κάτι ολότελα διαφορετικό: το φως, ο ήλιος, το πυρ του Ελληνικού καλοκαιριού αποτυπώνεται πάνω στο πορτοκαλί τους δέρμα· η πέτρα και τα ιερά βράχια σκόρπια σπαρμένα στην επικράτεια αντανακλούνται πάνω στην τραχιά τους επιφάνεια - η Ελλάδα ως η γη του φωτός, ένα φως πύρινο, η Ελλάδα σαν ένα ακόμη θαύμα Μεσογειακό.

Δύο χώρες - δύο χρώματα. Δύο τόποι καρπεροί, μία η φύσις αλλά μία και η ψυχή της ανθρωπότητας που πάλλεται σαν τη νοιώσει.  







2.9.12

Επιστροφή στη Ρουμανία Ι




Επιστροφή στη Ρουμανία το λοιπόν· γιατί, μεταξύ άλλων, μια φορά δεν είναι ποτέ αρκετή.

Πρόκειται για τον πρώτο Αύγουστο της ζωής μου χώρια από το Ελληνικό καλοκαίρι. Η σκέψη και μόνο βαραίνει λίγο τη ψυχή - τα πόδια πάντως δεν αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα. Μ' αυτά (τα πόδια) και με κείνα (τα ευρώ) φθάνουμε κάποια φορά στο Ελευθέριος Βενιζέλος. Στην αίθουσα αναμονής συναντάμε ένα ζευγάρι Ρουμάνων. Ασπρομάλληδες και οι δυο τους αλλά ντυμένοι αρκούντως νεανικά. Καρό βερμούδες, κοντομάνικα T-shirt, σαγιονάρες πέδιλα στα όχι και τόσο γέρικα πόδια τους. Παρατηρώ άλλωστε πως οι γάμπες τους είναι τρεις φορές πιο σφιχτές από τις δικές μου.

Συνομιλούν, χειρονομώντας ταυτόχρονα, από μια κάποια απόσταση, δέκα μέτρα θα τα υπολόγιζα. Αυτομάτως, μια ζεστασιά απλώθηκε στο χώρο, ή και στο φαντασιακό μου, ποιος μπορεί να γνωρίζει γι' αυτά τα πράγματα άλλωστε. «Ωραία που 'ναι που βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, που δεν ψυθυρίζουν δήθεν συνωμοτικά αλλά κατ' όπως φαίνεται απολαμβάνουν στα φανερά, που 'γεμίζουν' τον κομματάκι ψυχρό χώρο μιας αίθουσας αναμονής του αεροδρομίου». Έπειτα παρατηρώ μια νάυλον τσάντα ανάμεσα στις αποσκευές τους. Περιέχει ένα φυτό, ποιο ακριβώς δεν κατάφερα να ξεχωρίσω. Ίσως γιατί η βάση δεδομένων μου σε φυτά δεν περιέχει παραπάνω από έξι-επτά καταχωρήσεις.

«Ααχ... τι ωραία... κουβαλούν στις αποσκευές τους κι ένα Ελληνικό φυτό. Δεν μπορεί παρά να δοκιμάσουν να το φυτέψουν στη δική τους γη, κι ότι γίνει ας γίνει. Ποιος ξέρει, μπορεί και να ξεπεταχτεί μια μέρα, καιρού θέλοντος».

Έτσι γλυκά και ανέμελα περνούσαν τα λεπτά της ώρας μέσα στην αίθουσα αναμονής. Την ίδια ώρα, δύο ξανθιές Ελληνίδες, υπάλληλοι του αεροδρομίου, ασχολούνταν με τα δικά τους. Η πρώτη, η νεότερη, χαζογελούσε σε ένα αρσενικό που βρισκόταν στο τέλος της γραμμής του τηλεφώνου ενόσω η δεύτερη, καμιά δεκαπενταριά χρόνια γηραιότερη, της έριχνε βλέμματα βλοσυρά. Δεν φορούσε το βλέμμα της προϊσταμένης· φορούσε την ανασφάλεια του «δεν περνά πια η μπογιά μου». «Μικρά και ασήμαντα» σκέφτομαι, «δύο γυναίκες μετράνε τα βυζιά τους», και στρέφω απότομα το βλέμμα μου, όχι σε κάποιο βιβλίο, μα πίσω στους αξιότιμους κύριους που μου κρατούσαν συντροφιά έως τα πριν.

Μα τότε άλλαξαν όλα μονομιάς.

Ήταν η περηφάνια με την οποία ο ένας αφηγούνταν στον άλλο πως τζούρνεψε μια κολόνια από τα duty free που κάτι ράγισε μέσα μου. Ναι, ήταν αλήθεια, επρόκειτο για δύο νυχτόβιους μικρομαφιόζους. Εντόπισα γρήγορα άλλωστε κι άλλες πολύτιμες ενδείξεις που ενίσχυσαν αυτήν μου την εντύπωση. Η πρώτη ένδειξη ήταν μια τσάντα για μπάρμπεκιου με φλόγες να ξεπηδούν απειλητικά από το κακόγουστο logo. Μπάρμπεκιου αλά Τόνι Σοπράνο εννοείται. (Υπάρχουν, μάλλον, δύο ειδών κάτοχοι τσάντας μπάρμπεκιου: Αμερικάνοι νοικοκυραίοι των προαστίων και wannabe μαφιόζοι). Η δεύτερη ένδειξη ήταν ο τρίτος της παρέας που κατέφθασε έπειτα από λίγο, κατέφθασε θορυβωδώς εννοείται. Ήταν φάτσα λιωμένη από τα ουίσκια και τα ξενύχτια, φάτσα Πειραιώτικη όπως το έλεγαν κάποτε.

Ορατή δυσφήμιση της Ρουμανίας, η παρέα ετούτη μας δίνει ομολογουμένως μια γεύση περί του τι ακριβώς συνέβη τη δεκαετία του '90 σε μια χώρα όπου η ασχήμια δεν αποπειράται να κρυφτεί κάτω από το χαλάκι μα επιδεικνύεται όπως ακριβώς επιδεικνυόταν κάποτε ο Ελληνικός πλούτος των βουτηγμένων στην παρανομία νυχτομπουζουκόβιων.

Δεν αναρωτήθηκα αν είχε πάει κάτι στραβά με την αντίληψη μου. Γιατί άλλωστε βγάζει κανείς συμπέρασμα έπειτα από το τέλος μιας ακόμη ιστορίας.