28.9.17

quelle horreur!



Kolejnageba




Ο απανθρωπισμός του Michel Houellebecq τρομάζει με την ίδια ένταση με την οποία διασκέδαζε ο μηδενισμός του δέκα χρόνια πριν. Η νοσηρότητα του Γάλλου συγγραφέα ξεπήδησε μέσα από το αχανές πηγάδι της εμμονικής του ιδεοληψίας πως ο άνθρωπος είναι ένα οριστικά έκπτωτος άγγελος σε μόνιμη ανικανοποίητη σεξουαλική διέγερση ο οποίος αντικρύζει παθητικά την επερχόμενη καταστροφή. 

Ο Houellebecq πληρώνεται σε χρυσό ο οποίος όμως δεν λάμπει καθόλου, ήδη από τον καιρό του “Nixon shock,” όταν αποσυνδέθηκε δηλαδή το δολάριο από τα αποθέματα χρυσού έτσι ώστε να κατοικήσει ο σύγχρονος άνθρωπος, αιωνίως ευγνώμων, πανευτυχής καταναλωτής, στην ουτοπία του πολιτισμού ο οποίος παράγει ασταμάτητα σκουπίδια τα οποία διαδέχονται το ένα το άλλο στη γραμμή παραγωγής ενός Κινέζικου εργοστάσιου με πολλαπλώς ταχύτερους ρυθμούς από ότι τα ίδια σκουπίδια ανακυκλώνονται σε κάποια επαρχία της νότιας Γαλλίας.

Yesterdays news, συγγραφέας δηλαδή μιας προηγούμενης εποχής, ο μπαγιάτικος Michel Houellebecq συντηρείται στην επικαιρότητα αφότου δέχθηκε πρόθυμα να ανέβει στο βάθρο, βόθρο καλύτερα, της σύγχρονης πλατείας του χωριού στην οποία διαπόμπευαν κάποτε τις μάγισσες, την prime time της Γαλλικής τηλεόρασης. 

Αξίζει να σημειωθεί πως ο τρόμος στα μάτια της διαπομπευμένης μάγισσας αντανακλώνταν στα μάτια όλων των παρευρισκομένων. Με άλλα λόγια, μαζί με κάθε άτυχη γυναίκα καιγόταν και η επιθυμία για ζωή και των συγχωριανών της. Το ίδιο συμβαίνει φυσικά και στις μέρες μας εκτός αν πιστέψει κανείς πως η Samsung C3H890 με την curved οθόνη έχει μαγικές προστατευτικές ιδιότητες.

Θα ήταν αφελές να νομίζουμε πως το γυαλί της οθόνης μας προστάτευσε από την επιδιωκόμενη απόπειρα σωφρονισμού μας όταν σε ζωντανή σύνδεση με το στούντιο του Canal+ ο Bernard-Henri Lévy μεταξύ 20:00 και 22:00 κήρυσσε τον πόλεμο στον Gaddafi ενώ ο Houellebecq, στη μεταμεσονύχτια ζώνη πλέον, διακωμωδούσε την αδυναμία του liberal Γάλλου να αντιληφθεί το μέγεθος της ανυπέρβλητης και μη αναστρέψιμης συλλογικής παρακμής μας. 

Αναπαύονται και οι δύο στην ίδια όχθη του Γαλλικού συστήματος εξουσίας το οποίο έχει ξαμολυθεί να περισώσει ότι μπορεί από την παλαιά Γαλλική αποικιακή αίγλη.

Ο Lévy μάλιστα εγκατέλειψε το πόστο του δημόσιου διανοούμενου που ειδικεύεται στη «μαλακή διπλωματία» (soft power) ώστε να ασκήσει «σκληρή ισχύ» (hard power)για λογαριασμό του Γαλλικού κατεστημένου το οποίο μάλιστα έβγαλε ασπροπρόσωπο ως σύμβουλος του Sarkozy στην επιτυχημένη εκθρόνιση του Gaddafi το 2011.

Όσο για τον Houellebecq, είναι μάλλον ευχαριστημένος με την τιμητική συμμετοχή του στη λίστα των enfant terribles της Γαλλικής λογοτεχνίας· κατά συνέπεια, και λόγω ιδιοσυγκρασίας και «αδυναμίας χαρακτήρα», αντίστοιχης υφής με εκείνης που προσάπτει στους διανοούμενους της απέναντι όχθης, ο Michel δεν στοχεύει στην καρδιά της φαρδιάς μάζας των λευκών μεσήλικων της μεσαίας τάξης της Γαλλίας αλλά στο μυαλό της, λευκής ξανά εννοείται, liberal μορφωμένης Γαλλικής - αλλά όχι μόνο - νεολαίας.

Το βιβλίο το οποίο πρόσφατα δημοσιεύθηκε με την αλληλογραφία των δυο τους είναι στην ουσία ένας μονόλογος του ίδιου (μη)προσώπου. 

Δύο ονόματα στο εξώφυλλο – ένας στόχος: ancién regime.




22.9.17

it’s the end of the world as we know it





Όταν ανακοινώθηκε από την DC Extended Universe το Batman v Superman: Dawn of Justice δεν πανηγύρισα ακριβώς, είχα μάλλον μια χλιαρή αντίδραση.

Αρχικά με ξένισε η συνύπαρξη των δύο χαρακτήρων. Κακώς βέβαια μιας και στον πλανήτη Marvel Entertainment γίνεται πραγματική κοσμογονία τα τελευταία χρόνια ενώ, γενικά μιλώντας, με τόσες ιστορίες του Superman και του Batman που έχουν κυκλοφορήσει σε χαρτί από το 1938 και το 1939 αντίστοιχα, υποπτεύομαι πως σε κάποιο επεισόδιο ο Superman ήταν, έστω και για ένα φεγγάρι, πράκτορας των Σοβιετικών, ενώ ο Batman είχε παντρευτεί την Jackie Kennedy.

Επιπλέον, η θύμηση της παταγώδους αποτυχίας του Ben Affleck στο ρόλο του Daredevil, μία από τις χειρότερες superhero ταινίες στον αιώνα που διανύουμε, με προδιέθετε αρνητικά. Χώρια το γεγονός πως ο Christian Bale έχει διαπρέψει στο πρόσφατο παρελθόν ως νυχτεριδάνθρωπος. 

Κάποια χρόνια αργότερα, είχα φτάσει πλέον στα μισά της ταινίας και στο μυαλό μου κυριαρχούσε η εξής σκέψη:

«έχει κάνει μεγάλη πρόοδο ο Ben Affleck... μπράβο του!»

Τον είχα στο νου μου άλλωστε ως μια χρυσή μετριότητα του Hollywood, νεότερη έκδοση του φαινομένου Nicholas Cage. (Ομολογώ πως έχω ξεκαρδιστεί με ορισμένες κακές στιγμές του Cage, είχα το θάρρος ωστόσο να τον παραδεχτώ στο Leaving Las Vegas και στο Wild at Heart του σαμάνου του κινηματογράφου David Lynch ο οποίος του έδωσε ένα ρόλο ο οποίος μετέτρεπε τις γνωστές αδυναμίες του Cage - που γέννησαν βίντεο παρωδίες στο You Tube - σε προτερήματα.) 

Θετικά σοκαρισμένος με την ατομική πρόοδο του Ben (ο οποίος βέβαια δεν είναι το σύμβολο που το Hollywood επιχείρησε να κατασκευάσει κατά παραγγελία του κόμματος των Δημοκρατικών, guest star σ’ αυτή την υπερπαραγωγή η Michelle Obama η οποία του παρέδωσε το Oscar για το Argo), δεν είχα την παραμικρή ιδέα για ό,τι επρόκειτο να συμβεί, δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ άλλωστε πως

ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΘΑ ΕΡΙΧΝΑΝ ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΒΟΜΒΑ ΣΤΟΝ SUPERMAN.

Οι Αμερικανοί δεν έριξαν πυρηνικά στον απόλυτο superhero όλων των εποχών σε κάποιο low budget b-movie αλλά σε blockbuster με διανομή Warner Bros. και πρωταγωνιστή τον βραβευμένο με Oscar Ben Affleck ενώ το κόκκινο κουμπί δεν το πάτησε ο συνήθης ύποπτος Lex Luthor, οι ψυχικές διακυμάνσεις του οποίου ίσως να μπορούσαν να δικαιολογήσουν το έγκλημα, αλλά ο ίδιος ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. 

Δεν περιγράφω άλλο. 







18.9.17

modern love II







Το Modern Love είναι ένα υπέροχο τραγούδι απ’ αυτά που έγραφε με χαρακτηριστική άνεση ο Bowie κατά τη διάρκεια της μακράς καριέρας του. Το συγκεκριμένο love song καταφέρνει μάλιστα να εκφράσει το παρομοιώδη Bowieiκό αίσθημα αγωνίας (τα ‘χει αυτά ο χαμαιλεοντισμός άλλωστε· αλλάζοντας δέρμα κάθε φορά, γδέρνεις λίγο λίγο τον εαυτό σου) ακόμα και αν το τραγούδι είναι φορτωμένο με ένα σωρό από ηχητικές γαρνιτούρες – με το Heroes άλλωστε ο Bowie άγγιξε κυριολεκτικά την τελειότητα όσον αφορά την ηχητική απόδοση της υπαρξιακής αγωνίας την οποία κάθε άνθρωπος θα βιώσει κάποια στιγμή στη ζωή του, μιας αγωνίας κάπως λυτρωτικής ταυτόχρονα καθότι απόδειξη, και μνημείο ταυτόχρονα, της θνητότητας σου. 

Ο Bowie άλλωστε είναι ο τύπος που σε καλεί για χορό μ’ αυτήν την έκφραση στο πρόσωπο του:



Ο ίδιος ο Bowie ισχυρίστηκε πως στο Modern Love μιλούσε για τη σχέση ανθρώπου με τον Θεό, μια κατεξοχήν σχέση αγάπης θα προσθέταμε εμείς. Κατά συνέπεια, το Modern Love είναι love song ακόμα και αν δεν αφηγείται κάποια ερωτική περιπέτεια του τύπου ο Leonard αναζητεί την Erika.

Για την ιστορία, το Modern Love έκλεινε τις συναυλίες  του Bowie κατά τη διάρκεια της περιοδείας του το 1983. Ο σκηνοθέτης του video clip έντυσε λοιπόν το Modern Love με εικόνες από τα λάιβ του Bowie και της μπάντας του – όπου λάιβ στα ‘80s σήμαινε εξτραβαγκάντσα με ευφάνταστα πολύχρωμα κουστούμια, σαξόφωνα παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, κομφετί, disco χορευτικά και άλλα.

Φυσικό και επόμενο ήταν να συμβεί αν σκεφτείς ότι το 1983 ο Bowie ήταν ένα υπερπετυχημένο brand name της παγκόσμιας βιομηχανίας του θεάματος οπότε θα ήταν μάλλον απίθανο να είχε ο ίδιος ο καλλιτέχνης τον απόλυτο έλεγχο της διαχείρισης του brand που έφερε το όνομα του. 

Tρία χρόνια αργότερα, o Leos Carax, σκηνοθέτης που ανήκει σε μια κατηγορία από μόνος του, ίσως όχι επειδή οι ταινίες του είναι ανυπέρβλητης σημασίας για την ιστορία του κινηματογράφου αλλά γιατί δεν θα μπορούσαν να έχουν γυριστεί από κανέναν άλλον, βγήκε στην αντεπίθεση. 

Φτιάχνοντας το δικό του video clip για το τραγούδι του Bowie, στα πλαίσια μιας σκηνής του Mouvais Sang, ο Carax μας προσέφερε μια ανεπανάληπτη αισθητική αποτύπωση της αγωνίας που κυριεύει το σώμα σου, που θολώνει το νου σου, που παραλύει τη θέληση σου, που υπαγορεύει τους όρους της παράδοσης σου στο αντικείμενο του πόθου σου.

Ο Denis Levant, το alter ego του σκηνοθέτη, σε αυτή τη μνημειώδη κινηματογραφική σκηνή μετανσαρκώνεται μπροστά στην κάμερα στον ιδανικό έκπτωτο άγγελο, έναν από εμάς δηλαδή, σωματοποιεί την αγωνία εκείνων που «θα μπορούσαν να γίνουν ήρωες, έστω και για μία μέρα» αλλά στο τέλος θα διαψευστούν διότι...

νίκησε ποτέ κανείς τον έρωτα;




 

14.9.17

modern love


Για τους φίλους και φίλες που ερωτεύονται δύο φορές την ημέρα στις καλοκαιρινές διακοπές, μία νωρίς το απόγευμα στην παραλία και άλλη μία αργά το βράδυ στο beach bar, καλό είναι να μη ξεχνούν και την αγωνιώδη - ντελιριακή πλευρά του έρωτα, κατά πολλούς, ούτως ή άλλως, της πεμπτουσίας του έρωτα.

Take it Denis.











10.9.17

Paterson





Είναι το Paterson μια καλή ταινία;

Αν δεν ήταν μια ταινία του Jarmusch η απάντηση θα ήταν σαφώς ευκολότερη. Οι μισοί θα την έβρισκαν φεστιβαλικώς χαριτωμένη. Θα τους άρεσε ακόμα κι αν την ξεχνούσαν μετά από λίγο. Οι άλλοι μισοί ίσως να την έβρισκαν πληκτική με μερικές καλές στιγμές. 

Επειδή όμως το Paterson είναι μια ταινία του Jarmusch είναι λογικό να αναζητείς από την πρώτη κιόλας σκηνή του Paterson ίχνη στην οθόνη του πιο cool κινηματογραφιστή της Αμερικής.

Ας διακρίνουμε, κάπως πρόχειρα, τη φιλμογραφία του Jarmusch σε τρεις περιόδους:

α) Οι ταινίες των ‘80ς. Σ’αυτές δομείται το κινηματογραφικό σύμπαν του Jarmusch. Ιδιοσυγκρασιακές, πρωτότυπες καθότι εντελώς προσωπικές, οι ταινίες αυτές είναι δημιουργήματα της παρέας με τον τρόπο που είναι οι ταινίες του Σταύρου Τσιώλη. Εδώ βρίσκει κανείς τον αυθεντικό Jarmusch τον οποίο δεν χορταίνεις όσα χρόνια κι αν περάσουν.

β) Dead Man/Ghost Dog/Broken Flowers: τρεις ταινίες, όλες τους σημαντικές, λιγότερο ή περισσότερο, για την ιστορία του Αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά, στις οποίες ο Jarmusch συνεχίζει να παρουσιάζει φευγάτους κινηματογραφικούς χαρακτήρες οι οποίοι απογειώνονται καθώς ακροβατούν επιδέξια πάνω σε κλασικά αφηγηματικά μοντέλα. Ταυτόχρονα, ο Jarmusch ανοίγεται πλέον σε μεγαλύτερες θεματικές και συνομιλεί με ευρύτερο κοινό. Με το Dead Man μάλιστα φτάνει στο ζενίθ της δημιουργικότητας του.

γ) Οι τρεις τελευταίες ταινίες του Jarmusch  οι οποίες ωστόσο είναι ασύνδετες μεταξύ τους. Εντούτοις, κοινή τους συνισταμένη αποτελεί το γεγονός πως απουσιάζει πλέον the Jarmusch way το οποίο τον τοποθέτησε στο πάνθεον με τους ήρωες των σινεφίλ. Καλές ή αδιάφορες, οι ταινίες του Jarmusch τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια διατηρούν λίγα ίχνη του ένδοξου παρελθόντος.

Με άλλα λόγια, ο Tom Waits και ο Iggy Pop μπορεί να παραμένουν φιλαράκια του  Jarmusch αλλά οι εποχές που το ευφυές σχόλιο του μεθυσμένου Tom ή η καφρίλα του Lurie θα γίνονταν κλασικές ατάκες στα χείλη κινηματογραφικών ηρώων του Jarmusch είναι πλέον μακρινές. 

Αν ο Kaurismaki ήταν συγκρότημα θα ήταν οι Ramones, ο Jarmusch θα ήταν οι Iggy & the Stooges. “The song remains the same” για τους Ramones· όσο για τον αιωνίως νεανία Iggy, η περίοδος της νιότης δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία μεταγενέστερη ακόμα κι αν ο ίδιος διατηρείται επιδέξια στον αφρό. 

Είναι το Paterson μια καλή ταινία;

Σίγουρα ήταν μια ευγενής χειρονομία εκ μέρους του Jarmusch ο οποίος στον καιρό του Trump, εποχή η οποία αν μη τι άλλο ενισχύει τις ανθρωποφαγικές διαθέσεις των συμπατριωτών του, επιλέγει να μας παρουσιάσει ένα απολύτως conventional ζευγάρι (ο άντρας blue collar, η γυναίκα Ιρανικής καταγωγής) το οποίο περνάει τις μέρες του αληθινά - όχι εκστατικά αλλά συνεσταλμένα - ευτυχισμένο. 

Αν το 1986 ο Jarmusch τοποθετούσε στον ορίζοντα της κοινωνικής απελευθέρωσης μποέμ τύπους και μικροκακοποιούς, τριάντα χρόνια αργότερα ορίζει ως μέτρο της συμπαντικής αρμονίας (της πόλης του Paterson τουλάχιστον) τη μετριοπάθεια, τη σύνεση, την απλότητα, την πεποίθηση πως το αύριο, δεν μπορεί, θα είναι καλύτερο. 

Το μυστικό της επιτυχίας του ζευγαριού αποκαλύπτεται στη τελευταία σκηνή της ταινίας:
Would you rather be a fish?” - ο πρωταγωνιστής της ταινίας θα ήθελε να ήταν ψάρι, να μην έχει μνήμη δηλαδή, όπως το θέλει ο γνωστός μύθος. Να ξεχνάει κάθε φορά που βάζει τη στολή του oδηγού και πιάνει το τιμόνι του λεωφορείου πως την προηγούμενη μέρα έκανε ακριβώς την ίδια διαδρομή. Να μην θυμάται τις συμφορές που τον βρήκαν κάποτε.

Και για να απαντήσουμε στο αρχικό ερώτημα του κειμένου, μονάχα αν έχει μνήμη χρυσόψαρου ένας φαν του Jim Jarmusch θεωρεί πως το Paterson είναι μια πολύ καλή ταινία.









20.8.17

Authenticity Check: The Ramones vs. The Sex Pistols



Αν παρακολουθήσει κανείς το βίντεο των Sex Pistols ‘God Save the Queen’, καταλαβαίνει γρήγορα πως το κουτάκι μπύρας που συνοδεύει την ερμηνεία του Johnny Rotten είναι διαφημιστικό κόλπο, product placement το λέμε σήμερα. Το κυρίως προϊόν όμως δεν είναι το κουτάκι αλλά ο ίδιος ο τραγουδιστής και το γκρουπ γενικότερα.

Είναι παγκοσμίως γνωστό πως οι Sex Pistols είναι μιντιακό κατασκεύασμα του πανούργου μάνατζερ Malcolm McLaren ο οποίος ξεπατίκωσε το Νεοϋρκέζικο στυλ με τα σκισμένα τζην, τα δερμάτινα μπουφάν και τα τρύπια κοντομάνικα (όπως αυτό γεννήθηκε από τα κάτω) το οποίο μετέφερε αυτούσιο στo Νησί. 

Τα πρόσωπα στην περίπτωση των Sex Pistols ήταν εντελώς αναλώσιμα, διαφημιστικό ντεκόρ στη βιτρίνα του μάνατζερ McLaren, υπάλληλοι στην υπηρεσία της μουσικής βιομηχανίας με την εξαίρεση φυσικά του Sid Vicious, η αυτοκαταστροφικότητα του οποίου μπορεί κάλλιστα να ιδωθεί ως μία μάλλον αναμενόμενη αντίδραση ενός ανθρώπου βουτηγμένου στις ουσίες (με μειωμένη αίσθηση αυτοκυριαρχίας δηλαδή) απέναντι στη μεταχείριση του ως πειραματόζωου το οποίο άλλωστε βρισκόταν συχνά υπό πολιορκία από τα φλας των φωτογράφων.

Ο Vicious ήταν ο ο κραυγαλέος (ανυποψίαστος) κράχτης ενός κραυγαλέου προϊόντος προς πώληση.

Τίποτα απ’ όλα αυτά δε θυμίζουν τους Ramones.

Οι Ramones μετέφεραν τον ήχο του εργοστασίου στη σκηνή, το ατημέλητο ντύσιμο τους ήταν το ακριβές αντίστοιχο της λερωμένης φόρμας του εργάτη. Ο συνεχόμενος, μονότονος, αδιαπέραστος ήχος που έβγαινε από την κιθάρα του Johnny Ramone ήταν αυτούσιος ο ήχος του εργοστάσιου μεταγλωτισμένος σε rock ‘n’ roll συμφραζόμενα ενώ η μονότονη κίνηση μπρος και πίσω του χεριού του frontman Joy ήταν το αποτύπωμα στη σκηνή της κίνησης ενός εργάτη στη γραμμή της παραγωγής του εργοστάσιου.

Πολύ πριν καταντήσουν περιφερόμενα φρικιά, εύκολη λεία στα γαμψά νύχια του αρχετυπικού τρολ Howard Stern, οι Ramones υπήρξαν άξιοι εκπρόσωποι μιας λαϊκής τέχνης γνωστής στα Δυτικά συμφραζόμενα ως pop culture.