4.10.17

Radiohead Revisited






Η ιστορία των Radiohead είναι γνωστή. Το ΜTV γκρουπ του Creep έγινε με το Ok Computer η καλύτερη alternative μπάντα του κόσμου αλλά αμέσως μετά προσπάθησε να αποποιηθεί τη μοίρα της ως pop band αλά Oasis η οποία πρέπει να μεταχειρίζεται εσσαεί τη ποπ κιθαριστική φόρμα με κύριο στόχο την παραγωγή αξιομνημόνευτων hit, βγάζοντας στο απόγειο της δόξας τους δύο άλμπουμ που ανήκαν σε ένα νέο ήχο ο οποίος ενταφίαζε οριστικά την κιθάρα προς όφελος των synthesizers και των drum machines. 

Σε προσωπικό επίπεδο, η αμηχανία που ένοιωσα όταν βγήκε το Kid A και το Amnesiac δεν με εγκατέλειψε παρά μόνο έπειτα από 15 ολόκληρα χρόνια. Είχα τοποθετήσει τους Radiohead σε ένα μέρος στο οποίο δεν είχα πρόσβαση ακόμα και αν είχα σταδιακά μετακινηθεί από τη pop-rock φόρμα σε πιο abstract minimal ηχοτοπία, οκτώ χρόνια έπειτα από την κυκλοφορία του Kid A. Παραδόξως, δεν επέστρεψα ποτέ στους Radiohead. 

Μια απροσδιόριστη σε εμένα δύναμη καθιστούσε το comeback αδύνατο.

Έτσι πίστεψα πως το φταίξιμο ήταν δικό τους, πως δηλαδή δεν είχαν καταφέρει στ’ αλήθεια ότι προσπάθησαν, να εφεύρουν δηλαδή μια νέα pop, η οποία εν τέλει έφθασε στα αυτιά μας λίγα χρόνια αργότερα όταν, μαζικά πλέον, οι μουσικοί έμαθαν να φτιάχνουν pop επιτυχίες χωρίς κιθάρες. Για πολλά χρόνια αντιμετώπισα το έργο τους αιχμάλωτο μιας μεταβατικής στιγμής, έργο που ενώ προσπάθησε να προτάξει κάτι καινούργιο εν τέλει αποτέλεσε ένα ημιτελές πρότζεκτ.

Μου πήρε δεκαπέντε χρόνια να καταλάβω ότι η αμηχανία ήταν όλη δική μου – δική τους ήταν η έμπνευση.

Απέφευγα όλα αυτά τα χρόνια τους Radiohead ώστε να μη θυμάμαι πως το έτος 2000 η νέα pop μου ήταν ακόμη ξένη, εξωτικό φρούτο το οποίο θα γευτείς μια φορά στη ζωή σου από περιέργεια αλλά ως εκεί. 

Πέρασαν γύρω στα 7-8 χρόνια από την κυκλοφορία του Kid A έως ότου εγκαταλείψω την μονογαμική μου σχέση με την (indie) pop-rock μουσική και επιπλέον 7-8 χρόνια ώστε να παραδεχτώ, ενώ είχα πλέον εξερευνήσει πλείστους νέους μουσικούς κόσμους, πως οι Radiohead είχαν φτιάξει, σε ένα βαθμό, μια νέα pop - απλά εγώ είχα επιλέξει να μην είμαι εκεί.

Είναι ανόητο όμως να πιστεύεις πως κάτι δεν συνέβη επειδή δεν ήσουν παρών, όπως δεν βγάζει καθόλου νόημα να θεωρείς πως η καλύτερη μουσική βγήκε αποκλειστικά πριν γεννηθείς.

Μια ιστορικά προσδιορισμένη δύναμη καθιστούσε αδύνατο το comeback στους Radiohead: το Εγώ.







1.10.17

Les Amants du Pont-Neuf







Όταν είδα το Les Amants du Pont-Neuf του Leos Carax αναρωτήθηκα τι στην ευχή είχε πάει στραβά. Ήταν δυνατόν οι Juliette Binoche-Denis Lavant να μην είχαν επισήμως ανακυρηχθεί ως ένα από τα πιο αλησμόνητα ερωτικά ζευγάρια στην ιστορία του κινηματογράφου;
 
Οι δύο ηθοποιοί είχαν ήδη εμφανιστεί μαζί ανεπανάληπτα ερωτοχτυπημένοι στη δεύτερη ταινία του Carax, το Mauvais Sang. Η συγκεκριμένη ταινία βέβαια ήταν ένα tribute του σκηνοθέτη προς το είδωλο του, τον Jean-Luc Godard. Κατά συνέπεια, ήταν λογικό να πληγεί σε κάποιο βαθμό η ανεξαρτησία των δύο κινηματογραφικών ηρώων.

Με το Les Amants du Pont-Neuf όμως, την καλύτερη ταινία του Carax, σκηνοθέτης ο οποίος μπορεί να περηφανεύεται πως οι ταινίες του δεν ανήκουν σε καμία κατηγορία εκτός από εκείνη της οποίας ο τίτλος φέρει το όνομα του, το κινηματογραφικό δίδυμο Denis Lavant-Juliette Binoche φαίνεται πως μπορεί να κερδίσει την αιωνιότητα.

Πώς ήταν δυνατόν η γενιά μου να είχε δοξάσει τα ζευγάρια του Godard, τα οποία μάλιστα χανόντουσαν περισσότερο πίσω στον χρόνο, και να αγνόησε, εν πολλοίς, το δίδυμο του Carax το οποίο μάλιστα μεγαλούργησε εις διπλούν; Είχαν άραγε τίποτα να ζηλέψουν από τους Jean-Paul Belmondo, Jean Seberg, Anna Karina και λοιπά Godardικά κινηματογραφικά είδωλα;

Για να λέμε την αλήθεια, ο Levant δεν συναγωνίζεται σε φυσική ομορφιά τον Belmondo στο À Bout de Souffle, ούτε τον Michel Piccoli στο Le Mépris. Ωστόσο, ούτε ο Jack Nicholson μπορούσε να συναγωνιστεί τον Steve McQueen σε φυσική ομορφιά αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να γίνει τεράστιος γυναικοκατακτητής. 

Ίσως περισσότερο από το weird μούτρο του Denis Lavant, το οποίο άλλωστε φωτιζόταν από το υπέρλαμπρο ομιλούν πρόσωπο της Juliette Binoche, να έφταιξε το γεγονός πως το love story των δύο εραστών είχε λάβει χώρα κάτω από μια γέφυρα ενός αγνώριστου Παρισιού. 

Η Πόλη του Φωτός στο Les Amants du Pont-Neuf δεν έχει καμία σχέση με το Παρίσι του À Bout de Souffle (φιλμ το οποίο κυκλοφορεί ακριβώς στα μισά των les trente glorieuses, τη χρυσή περίοδο για την Γαλλική, και όχι μόνο, οικονομία μεταξύ 1945 και 1975 δηλαδή), ενώ μεταμορφώνεται στο ακριβώς αντίθετο της παραμυθούπολης στην οποία τριγυρνούσε αμέριμνα ερωτοχτυπημένη η Amelie, δέκα χρόνια αργότερα. 

Το Παρίσι του À Bout de Souffle (1960) έσφυζε από αυτοπεποίθηση – ο Μάης του ’68 απείχε μόλις οκτώ χρόνια.

Το Παρίσι της Amelie (2001) έλαμπε αισιοδοξία για τον 21ο αιώνα, τον αιώνα της Ευρωπαΐκής Ένωσης, όπως το ήθελαν οι μεσομακροπρόθεσμες προβλέψεις των - αποκλειστικά Ευρωπαίων εδώ που τα λέμε - ειδικών.

Το Παρίσι των Les Amants du Pont-Neuf (1991) προσπέρασε 25 χρόνια – αντί για το 1991, βλέπουμε το 2016. 

Η πρωτεύουσα της Γαλλίας στο Les Amants du Pont-Neuf θυμίζει πολύ περισσότερο την πόλη την οποία σαρώνει στις ψήφους η Μαρί Λεπέν και οργισμένοι μηδενιστές φονταμενταλιστές γαζώνουν στις σφαίρες ανθρώπους που βλέπουν λάιβ το αγαπημένο τους συγκρότημα. 

Με άλλα λόγια, στην εποχή της λιτότητας και του ασύμμετρου, εν πολλοίς ακήρυχτου, πολέμου, και καθώς οι γόνοι της μεσαίας τάξης μετατρέπονται γοργά σε πρεκαριάτο, ίσως να έφθασε πλέον η ώρα όπου θα σημάνει η ιστορική δικαίωση του ζευγαριού Juliette Binoche-Denis Lavant.





28.9.17

quelle horreur!



Kolejnageba




Ο απανθρωπισμός του Michel Houellebecq τρομάζει με την ίδια ένταση με την οποία διασκέδαζε ο μηδενισμός του δέκα χρόνια πριν. Η νοσηρότητα του Γάλλου συγγραφέα ξεπήδησε μέσα από το αχανές πηγάδι της εμμονικής του ιδεοληψίας πως ο άνθρωπος είναι ένα οριστικά έκπτωτος άγγελος σε μόνιμη ανικανοποίητη σεξουαλική διέγερση ο οποίος αντικρύζει παθητικά την επερχόμενη καταστροφή. 

Ο Houellebecq πληρώνεται σε χρυσό ο οποίος όμως δεν λάμπει καθόλου, ήδη από τον καιρό του “Nixon shock,” όταν αποσυνδέθηκε δηλαδή το δολάριο από τα αποθέματα χρυσού έτσι ώστε να κατοικήσει ο σύγχρονος άνθρωπος, αιωνίως ευγνώμων, πανευτυχής καταναλωτής, στην ουτοπία του πολιτισμού ο οποίος παράγει ασταμάτητα σκουπίδια τα οποία διαδέχονται το ένα το άλλο στη γραμμή παραγωγής ενός Κινέζικου εργοστάσιου με πολλαπλώς ταχύτερους ρυθμούς από ότι τα ίδια σκουπίδια ανακυκλώνονται σε κάποια επαρχία της νότιας Γαλλίας.

Yesterday’s news, συγγραφέας δηλαδή μιας προηγούμενης εποχής, ο μπαγιάτικος Michel Houellebecq συντηρείται στην επικαιρότητα αφότου δέχθηκε πρόθυμα να ανέβει στο βάθρο, βόθρο καλύτερα, της σύγχρονης πλατείας του χωριού στην οποία διαπόμπευαν κάποτε τις μάγισσες, την prime time της Γαλλικής τηλεόρασης. 

Αξίζει να σημειωθεί πως ο τρόμος στα μάτια της διαπομπευμένης μάγισσας αντανακλώνταν στα μάτια όλων των παρευρισκομένων. Με άλλα λόγια, μαζί με κάθε άτυχη γυναίκα καιγόταν και η επιθυμία για ζωή και των συγχωριανών της. Το ίδιο συμβαίνει φυσικά και στις μέρες μας εκτός αν πιστέψει κανείς πως η Samsung C3H890 με την curved οθόνη έχει μαγικές προστατευτικές ιδιότητες.

Θα ήταν αφελές να νομίζουμε πως το γυαλί της οθόνης μας προστάτευσε από την επιδιωκόμενη απόπειρα σωφρονισμού μας όταν σε ζωντανή σύνδεση με το στούντιο του Canal+ ο Bernard-Henri Lévy μεταξύ 20:00 και 22:00 κήρυσσε τον πόλεμο στον Gaddafi ενώ ο Houellebecq, στη μεταμεσονύχτια ζώνη πλέον, διακωμωδούσε την αδυναμία του liberal Γάλλου να αντιληφθεί το μέγεθος της ανυπέρβλητης και μη αναστρέψιμης συλλογικής παρακμής μας. 

Αναπαύονται και οι δύο στην ίδια όχθη του Γαλλικού συστήματος εξουσίας το οποίο έχει ξαμολυθεί να περισώσει ότι μπορεί από την παλαιά Γαλλική αποικιακή αίγλη.

Ο Lévy μάλιστα εγκατέλειψε το πόστο του δημόσιου διανοούμενου που ειδικεύεται στη «μαλακή διπλωματία» (soft power) ώστε να ασκήσει «σκληρή ισχύ» (hard power)για λογαριασμό του Γαλλικού κατεστημένου το οποίο μάλιστα έβγαλε ασπροπρόσωπο ως σύμβουλος του Sarkozy στην επιτυχημένη εκθρόνιση του Gaddafi το 2011.

Όσο για τον Houellebecq, είναι μάλλον ευχαριστημένος με την τιμητική συμμετοχή του στη λίστα των enfant terribles της Γαλλικής λογοτεχνίας· κατά συνέπεια, και λόγω ιδιοσυγκρασίας και «αδυναμίας χαρακτήρα», αντίστοιχης υφής με εκείνης που προσάπτει στους διανοούμενους της απέναντι όχθης, ο Michel δεν στοχεύει στην καρδιά της φαρδιάς μάζας των λευκών μεσήλικων της μεσαίας τάξης της Γαλλίας αλλά στο μυαλό της, λευκής ξανά εννοείται, liberal μορφωμένης Γαλλικής - αλλά όχι μόνο - νεολαίας.

Το βιβλίο το οποίο πρόσφατα δημοσιεύθηκε με την αλληλογραφία των δυο τους είναι στην ουσία ένας μονόλογος του ίδιου (μη)προσώπου. 

Δύο ονόματα στο εξώφυλλο – ένας στόχος: ancién regime.