Showing posts with label Ευγένιος Αρανίτσης. Show all posts
Showing posts with label Ευγένιος Αρανίτσης. Show all posts

13.6.11

μπισκότο





Είναι αναμφίβολα μια κινηματογραφική σκηνή που θα διδάσκεται σε κινηματογραφικές σχολές. Στον αιώνα τον άπαντα. 



Στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου βρίσκεται το άλτερ έγκο του σκηνοθέτη, ο δημιουργός. Ένας δημιουργός σαστισμένος, σε περισυλλογή, μοιάζει να θέλει να πάει κάπου παραπέρα και να μην μπορεί, και μάλλον δεν ευθύνεται το χιόνι γι’ αυτό.

Ο οδηγός, είναι εμείς, το κοινό. Χωρίς το κοινό δε γίνεται τίποτα, δημιουργός δεν υπάρχει, ούτε έργο. Ο οδηγός οδηγεί τον δημιουργό στο σημείο όπου κανείς αντιπαρατίθεται με την ίδια τη ζωή∙ με ότι μας υπερβαίνει. Το χιόνι είναι απροσπέλαστο εμπόδιο και ο οδηγός το γνωρίζει πολύ καλά. Ο δημιουργός στέκει σιωπηλός στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, παρατηρεί, ακούει, μαθαίνει, δέχεται το κέρασμα - επίθεση φιλίας του ταξιτζή, μια κίνηση η οποία δεν μπορεί παρά να σηματοδοτεί την αρχή της δημιουργίας. Είναι η επιβεβαίωση της ύπαρξης του κοινού.

Η επίθεση φιλίας του οδηγού μοιάζει να θέτει το δημιουργό προ των ευθυνών του. Ο δημιουργός που θα πιει από το ίδιο μπουκάλι με τον οδηγό μοιάζει να τα ‘χει λίγο χαμένα, γι’ αυτό άλλωστε και προσπαθεί να τον πικάρει ρωτώντας τον αν φοβάται. Ακινητοποιημένοι στο βουνό κι ακολουθώντας τον οδηγό στα χιονισμένα δύσβατα μέρη τα οποία μόνο αυτός γνωρίζει από πρώτο χέρι, ο δημιουργός δεν μπορεί παρά να έρχεται αντιμέτωπος μς την ίδια την πρόκληση της δημιουργίας. Πρώτα όμως οφείλεις να σιωπήσεις. Εκείνος που σε οδήγησε ως εκεί έχει να πει κάποια πράγματα.

Ο Θανάσης Βέγγος λοιπόν είναι η φωνή του λαού. Έρχεται από το παρελθόν, σχεδόν μεμψιμοιρεί μιλώντας για το τέλος της Ελλάδας σε ένα λόγο λυρικό, συναισθηματικό, αληθή όσο το επιτρέπει η εγκεφαλικότητα του καθενός μας. Από τη στιγμή όμως που το αυτοκίνητο έχει σταματήσει, ηττημένο από το βουνό, ο Βέγγος έχει το δικαίωμα να λέει ό,τι ακριβώς θέλει. Τη στιγμή εκείνη το συλλογικό θυμικό του λαού παίρνει τον πρώτο λόγο. Ο δημιουργός άλλωστε βρίσκεται σχεδόν εκτός πλάνου. 

Γιατί όμως ειδικά ο Βέγγος στον ρόλο του οδηγού; Εδώ ίσως μας βοηθήσει ο Ευγένιος Αρανίτσης:
...Θα λέγαμε λοιπόν ότι, επιχειρώντας να πηδήξει έξω απ' το πλάνο (εν προκειμένω στη χαράδρα), ο Βέγγος κριτικάρει καθεαυτό το σινεμά ως τοποτηρητή και μάρτυρα της αδυσώπητης εντολής επίσπευσης που επιβάλλεται διεθνώς σε όλα τα νεωτερικά μέτωπα υπό την αιγίδα της τεχνολογικής προόδου (το αυτοκίνητο). Σημειωτέον ότι ο Βέγγος, αρχικά, είναι ο κατ' εξοχήν πρωταγωνιστής που εδώ, στην ελληνική κινηματογραφική περίπτωση, επωμίζεται την ευθύνη της επιτάχυνσης των συμβάντων (αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα ας το κάνει γρήγορα) εφόσον η κάμερα εξακολουθεί να είναι προσηλωμένη στην παράδοση του θεάτρου (η θεατρικότητα στο σινεμά του Αγγελόπουλου). [...] Μόνον που αυτή τη φορά ο πρωταγωνιστής της κωμωδίας -σαν παλιός ανατολίτης, για να το πούμε λαϊκά- αντιστέκεται επιπλέον, από κεκτημένη ταχύτητα (ή αδράνεια), σε κάτι εντελώς διαφορετικής τάξεως απ' τα λογικά εμπόδια που θέτει η πλοκή της ταινίας, αντιστέκεται στην ίδια την κινηματογραφική ψευδαίσθηση. [...] Με μια φράση, ο Βέγγος δεν κριτικάρει την πραγματικότητα διά του σινεμά αλλά το ίδιο το σινεμά ως πραγματικότητα, το σινεμά ως στρατόπεδο συγκέντρωσης εκείνων που τρέχουν, και απ' αυτή την άποψη είναι, υπογείως, ένας κωμικός του μέλλοντος.

Αν ο Αγγελόπουλος συμφωνεί με τον Αρανίτση είναι κάτι το οποίο δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Πιθανότατα όμως είχε εντοπίσει στον Βέγγο την ποιότητα εκείνη η οποία ήταν δυνατόν να ταιριάξει με το Αγγελοπουλικό πρότυπο της διάρρηξης της κινηματογραφικής φόρμας προς όφελος της ενεργοποίησης της σκέψης του θεατή. Ο Βέγγος κουβαλούσε από  μόνος του άλλωστε, έξω και πριν από την ταινία, εκείνη την ποιότητα που σου επιτρέπει να σπάσεις τον αιώνια άλυτο κινηματογραφικό κώδικα της ηδονοβλεψίας που σέρνει με κόπο μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα ο θεατής. 

Την ιδια ώρα ο δημιουργός εντός (Χάρβει Καιτέλ) και εκτός (Θόδωρος Αγγελόπουλος) οθόνης στέκουν θεατές, μη γνωρίζοντας που πέφτουν τα σύνορα, μην έχοντας ιδέα πότε ακριβώς οφείλεις να ακούσεις το χιόνι.
Η σκηνή κλείνει μεγαλειωδώς με ένα καταπληκτικό αστείο. Μέσα στη παγερή σοβαρότητα της τρίλεπτης αυτής σκηνής, ο Βέγγος μεταμορφώνεται στο Βέγγο που οι πιο πολλοί αγαπήσανε: 
...Ταυτόχρονα, είναι ένας γνήσιος κωμικός του παρελθόντος, κι αυτό συνιστά μιαν ακόμη εκδοχή της αντινομίας που περιγράφω. Είναι αρκετά παλιός ώστε να συγκρούεται, ενστικτωδώς, με το δέος της ανατέλλουσας κυριαρχίας των αλλοτριωτικών προτύπων και των ρήξεων ανάμεσα στην κοινωνική ανηθικότητα και στα πρόσωπα, τα οποία κατ' ουσίαν κηδεύει και πενθεί με το αχαλίνωτο συναισθηματικό ρεπερτόριο των μορφασμών του, μ' εκείνες τις σπαραχτικές γκριμάτσες απελπισίας, αγανάκτησης, παραπόνου ή απαντοχής, γκριμάτσες που σημαδεύουν κατ' ευθείαν την καρδιά ενός δράματος το οποίο φωλιάζει κρυμμένο σε βάθος που αποκλείει τη γλωσσική του διατύπωση. Ο Βέγγος ζωγραφίζει την αντινομία στον καμβά του προσώπου του, προσώπου ανεπανάληπτου, εξαιρετικά όμορφου αν και άσχημου, εν ολίγοις προσώπου τόσο δραστικά σημαδεμένου από τον πυρετό του νοήματος, ώστε να μετατρέπεται, δίχως υπερβολή, σε μια μνημειώδη μάσκα μελαγχολίας, ελέους, κατάπληξης ή υστερικού ενθουσιασμού. Εχοντας αναλάβει αυτεπαγγέλτως να κρούει τον κώδωνα για τη διαφαινόμενη εγκαθίδρυση της πλαστότητας και των προσποιήσεων εκεί που κάποτε βασίλευαν οι δεσμοί της αμοιβαίας φιλοξενίας, είναι τόσο αναχρονιστής και την ίδια στιγμή τόσο καλά ενημερωμένος για όσα επίκεινται, ώστε να μην ταιριάζει πουθενά.

Ο Βέγγος, ο κωμικός από το μέλλον και το παρελθόν ταυτόχρονα, ανταποκρίνεται πλήρως στο Αγγελοπουλικό όραμα. Αυτό δεν είναι άλλο από τη μνήμη και τη λειτουργία της, διαχρονική σταθερά του έργου του Αγγελόπουλου.* Χωρίς παρελθόν, μνήμη δεν υπάρχει. Αλλά και χωρίς μνήμη πώς γίνεται να υπάρξει το μέλλον; 

Ο Βέγγος όντως "κρούει τον κώδωνα"∙ συνομιλώντας με τη φύση, θαρρεί κανείς μωρή λόγω ιδιοσυγκρασίας, αποδέχεται το γεγονός πως είναι μόνος, όπως κι αυτή, όπως άλλωστε και ο δημιουργός που διστακτικά τον ακολουθεί ώστε να σταθεί δίπλα του. Δίπλα του αλλά και μπροστά στο χάος που ρούφηξε το μπισκότο. Ένα μπισκότο που δεν πρόκειται να επιστραφεί ποτέ. 

Ένα μοιάζει να ‘ναι σίγουρο∙ ίσως έφτασε η ώρα που αξίζει να αναρωτηθούμε αν θα πρέπει να διεκδικήσουμε σθεναρά το δικαίωμα της παραμονής του μπισκότου εκείνου στα χέρια μας. Γιατί άλλωστε αυτή η απελπισμένη προσφορά σηματοδοτεί την ήττα μπροστά στις δυνάμεις του μυθικού τέρατος γνωστό με τη κωδική ονομασία φύση. 

Η σκέψη για μια βουτιά από ψηλά σε μία άσπρη θάλασσα (ένα υποθετικό συμπέρασμα αν λάβει κανείς υπόψην την απελπισία του ηθοποιού Βέγγου λίγο πριν), είναι επόμενο πως κάνει το φόβο αβάσταχτο, ο ίλιγγος της θέασης της σκηνής μεγαλώνει. Ο κώδωνας που κρούει ο Βέγγος είναι μια ηχηρή υπενθύμιση της ζοφερής πραγματικότητας, σχετίζεται με το μυθικό τέρας που είναι η ανίκητη παμφάγος φύση αλλά και με το φόβο του θανάτου - συμβολικού και μη - του σαστισμένου δημιουργού, αυτού που θέτει σε κίνηση τα πράγματα μπροστά στο τρόμο μιας αιώνιας παγωμάρας - ορίστε η λαμπερή σκηνή της ζωής (σκηνή που απαιτεί θεατρική επιδεξιότητα και πειθαρχία σκέψης).

Και όμως υπάρχει απάντηση, αυτή άλλωστε αναζητεί ο Αγγελόπουλος σ' αυτήν την κινηματογραφική σκηνή που μας χάρισε αλλά και έξω απ’ αυτή, σε μια ζωή προσφοράς έργου: 

It’s a terrifying thought. The one certainty in life is that we are all going to die and there is nothing we can do about it. But there is a way of easing this fear. A way of trying to come to terms with our own death. The first uniquely human way of accomplishing this is art. What art does is to take the natural world and to give us some control over it. **

Νομίζω, ίσως είναι περιττό να το πω, ο κινηματογραφικός ήρωας με το μπισκότο είναι η χώρα η ίδια, τη στιγμή αυτή που μιλάμε (όπου μπισκότο βάλε τη λέξη αξιοπρέπεια). Η φύση είναι η πραγματικότητα της εποχής των μνημονίων και ο σιωπηλός δημιουργός ο οποίος αναζητεί ακόμα τις κατάλληλες λέξεις  ώστε να τοποθετήσει τον εαυτό του στο κάδρο φαίνεται να παραμένει το μεγάλο ερωτηματικό τη στιγμή ακριβώς που τριάντα δύο τολμηροί  διεκδικούν, νομίμως βέβαια, λίγη ακόμη προσοχή.

Μυθικά τέρατα υπήρξαν πολλά∙ τα νικήσαμε άραγες ποτέ μας;










* Από τις ταινίες σας φαίνεται ότι η μνήμη έχει μεγάλη σημασία για σας. ‘’Το υλικό με το οποίο δουλεύει κανείς είναι τα πράγματα που έχει ζήσει και τα πράγματα που έχει διαβάσει, οι προσωπικές του εμπειρίες και οι πνευματικές του εμπειρίες – στον βαθμό που δεν αποτελούν ένα απλό διάβασμα αλλά γίνονται βίωμα. Οι αναφορές σε μύθους όπως εκείνος των Ατρειδών, της Οδύσσειας στις ταινίες μου δεν είναι  φιλολογικές, είναι βιωματικές. Είναι περίεργο αλλά τους αισθάνομαι όχι σαν κάτι που έχει συμβεί παλιά, κάτι απόμακρο, μια πολιτισμική μου αναφορά αλλά σαν μια πνευματική εμπειρία, σχεδόν βιωματική εμπειρία. Με συγκινούν με τον ίδιο τρόπο που με συγκινούν πράγματα σημερινά’’. Συνέντευξη του Θόδωρου Αγγελόπουλου στον Κωνσταντίνο Θεµελή, στο Θεόδωρος Αγγελόπουλος: Το παρελθόν ως ιστορία, το µέλλον ως φόρµα, Αθήνα 1998.
**How Art Made the World, ep.5 To Death and Back |http://www.pbs.org/howartmadetheworld/


Αποσπάσματα από το άρθρο του Ευγένιου Αρανίτση http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=05/06/2011&s=parado3a








26.8.10

Epson Perfection 4490





“Τι πιο επαγγελματικό απ' τις διακοπές, όπου το κύριο μέλημα είναι η εκμετάλλευση του χρόνου και η ταχεία σάρωση των τοπίων της υπαίθρου εν είδει τηλεοπτικών αποζημιώσεων για τη ζωή σε μια πόλη που κατάντησε αφόρητη;”
 του Ευγένιου Αρανίτση                                                                                                                                                   (http://archive.enet.gr/online/online_print?id=28821260)

 Δεν έχει άδικο ο Ευγένιος Αρανίτσης (σπάνια έχει∙ όταν έχει μάλλον πως το επιδιώκει). Είναι πολλές φορές που το μειδίαμα απογοήτευσης του προσώπου που βρίσκεται απέναντι σου έπειτα από την απάντηση σου, γίνεται ανυπόφορο σε σένα, τον αθώο παραθεριστή. Η ερώτηση είναι αν επισκέφθηκες κατά την περίοδο των διακοπών σου στην Κρήτη όλα τα μέρη τα οποία επισκέφθηκε προ διετίας ο συνομιλητής σου. Η απάντηση είναι πως την έβγαλες κυρίως στη παραλία της Σούγιας την οποία και λατρεύεις (την έχεις επισκεφθεί άλλωστε παραπάνω από 3 φορές, από αναμνήσεις και συμβάντα άλλο τίποτα) και είδες και κανα δυό άλλα μέρη.
 Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν για όλα αυτά ευθύνεται η επιτυχία των εβδομαδιαίων lifestyle οδηγών διασκέδασης και κατασκευής updated friendly λαίμαργων νεανικών Εγώ. Ορμώμενος από εκείνη τη δήλωση του Burroughs που αφορούσε την αποκάλυψη του πραγματικού ρόλου των Times της Νέας Υόρκης (σύμφωνα με αυτόν ύφαιναν μια παγκόσμια συνωμοσία με σκοπό τον έλεγχο του παγκόσμιου πληθυσμού), αναρωτήθηκα σιωπηλά κάποτε αν οι συντάκτες των εν λόγω δωρεάν εφημερίδων έχουν πουλήσει τη ψυχή τους στον Διάβολο. (Αλά Robert Johnson∙ δεν τους φαντάστηκα όμως να πηγαίνουν σε κάποια ερημωμένη διασταύρωση στη μέση της ερήμου μιας και δεν έχουμε τέτοιες εδώ, τους φαντάστηκα να επισκέπτονται την τουαλέτα κάποιου μικρού μπαρ σε μια από τις πάμπολες κοσμικότροπες εναλλακτικές συνάξεις άνευ ουσιαστικού λόγου και αιτίας και μπροστά στον καθρέπτη να καλούν τη δύναμη του αγαπημένου μας Σατανά που αν και δεν τους τρομάζει πλέον - δεν νοιώθουν δηλαδή κάποιο δέος μπροστά του όπως ένοιωθε φερ’ ειπείν ο Μπωντλέρ όταν του χάριζε εκείνο το αλησμόνητο ποίημα – ωστόσο, έτσι από συνήθεια, όπως ζουν άλλωστε, τον ανασύρουν στην - κατά τα άλλα κοντόφθαλμη εξού και fashion victims - μνήμη τους).
 Η σκέψη μου αυτή ενώ εκ πρώτη όψεως έμοιαζε ακραία και κάπως μεταφυσική, είχε σφυρηλατηθεί από μια σοβαρότατη ένδειξη, σχεδόν απόδειξη θα έλεγα. Αναφέρομαι στο ανεξήγητο, στο μυαλό μου τουλάχιστον, συνήθειο των συντακτών να γράφουν κατά τον ακόλουθο, σήμα κατατεθέν πλέον, τρόπο: “Να είσαι εκεί!” “Θα σε δω εκεί!” “Σου’χω κάτι καλό γι’ αυτήν την Κυριακή βράδυ...” “Άκουσε το και θα τα πούμε εκεί!” (προτροπή για τη συμμετοχή σου ως θεατή κάποιας συναυλίας) και πολλά άλλα τέτοια καλούδια. Έχοντας στο μυαλό μου (δεν έχω αλλάξει γνώμη από τότε) πως επρόκειτο δίχως καμία αμφιβολία για το χειρότερο «τρόπο (είδος, στυλ, ξέρω και εγώ τι στο διάολο) γραφής» που έχουν συναντήσει τα μάτια μου (τα αδέξια, παρορμητικά, εφηβικά κείμενα γραμμένα σε greeklish που βρίσκεις σπαρμένα στο ίντερνετ απενεχοποιήθηκαν στα μάτια μου σε μεγάλο βαθμό), δεν μπορούσα παρά να καταλήξω στο συμπέρασμα πως επρόκειτο περί μιας τεχνικής-τακτικής την οποία είχε συστήσει ο Εξαποδώ στους μικρούς του little helpers.
 Για να επιστρέψουμε στο θέμα μας, πάγια τακτική των μαθητών του Σατανά είναι αυτή ακριβώς η ακόρεστη επιθυμία να δουν όλη την Κρήτη σε μία εβδομάδα, να γευτούν παραδοσιακούς χοχλιούς στην ταβέρνα του Κυρ-Αντρέα, να πάνε εντός, εκτός και επί τα αυτά. Φυσικά, οι ίδιοι πληρώνονται για να το κάνουν αυτό αν και είναι εύκολο να πιθανολογήσω πως το ίδιο συμβαίνει και κατά την διάρκεια της άδειας τους, έτσι από συνήθεια. Η άμεση ανταπόκριση που βρήκε αυτό το κάλεσμα προς μια φρενήρη προσπάθεια να δεις τον κόσμο, να γευτείς τους καρπούς της ζωής ωσάν αυτό να είναι απλά μια διαδικασία όπου ο ταχύτερος, αυτός που δύναται να σπάσει τον εαυτό του σε μύρια κομματάκια, είναι και ο νικητής, δεν άπτεται φυσικά του Σατανά και των γνωστών του διαστροφικών κόλπων.
 Όταν αποφάσισα να σοβαρευτώ και να σταματήσω να σκέπτομαι αν (και) οι Rolling Stones συμπάθησαν πραγματικά τον Διάβολο με αντάλλαγμα λίγα κορίτσια με ξανθά μακριά μαλλιά ακόμα, είδα την αλήθεια όπως αυτή παρουσιάζει τον εαυτό της όταν αποφασίζεις να πάρεις τη ζωή στα σοβαρά: η ζωή λοιπόν, σήμερα θυμίζει επικίνδυνα τηλεοπτικές σειρές στις οποίες το κάθε επεισόδιο είναι στην ουσία ο προθάλαμος του επόμενου που απαγορεύεται να χάσεις, η συνέχεια άλλωστε θα είναι συναρπαστική. Αυτό που μένει στο τέλος όμως δεν είναι παρά η λαχτάρα για το (κάθε) επόμενο – καλύτερο? – επεισόδιο μιας και εκεί συνίσταται όλη η απόλαυση, σε μια ανεκπλήρωτη υπόσχεση.
 Οι άνθρωποι έχουν αφήσει τον εαυτό τους έρμαιο μιας ανεκπλήρωτης υπόσχεσης η ύπαρξη της οποίας αποδεικνύει μονάχα με τρόπο ξεκάθαρο πως οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει πως και τι να Επιθυμούν. Κάθε μέρος που επισκέπτεσαι είναι ο προθάλαμος του επόμενου κι αυτό πρακτικά σημαίνει πως ποτέ δεν φθάνεις εκεί που πραγματικά επιθυμείς∙ ο προθάλαμος δεν έχει ζωή από μόνος του, είναι απλά ένα μέρος που περιμένεις μέχρι να εισέλθεις εκεί που θέλεις, είτε είναι το προσωπικό γραφείο του ψυχαναλυτή σου, είτε το γραφείο του supervisor του διαδακτορικού σου, είτε το κρεβάτι στο οποίο αγοράζεις την ηδονή με 20 ευρώ.
 Η φαντασίωση[1] κάποιων ότι μπορούν να μετατραπούν σε scanner υψηλής πιστότητας σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμα τους και κτίζοντας έτσι σιγά σιγά το παζλ της ανθρώπινης ύπαρξης η οποία διψά για λογής λογής εικόνες και φυσικά εμπειρίες, είναι μια μεγάλη φενάκη στα όρια του παραλογισμού. (Ένας τέτοιος παραλογισμός μπορεί να σχηματοποιηθεί μονάχα από μια εμμονοληπτική προσήλωση-θρησκευτικού τύπου παράκρουση σχετικά με τη δικαίωση ενός μύθου∙ στην περίπτωση μας, του μύθου περί κατάργησης της ανθρώπινης ύπαρξης προς όφελος μιας μηχανοποιημένης έκδοσης του βασισμένης στα προτάγματα της neuroscience, της στατιστικής ως πλατφόρμα σύμφωνα με την οποία θα επαναπροσδιοριστούν οι ανθρώπινες φυσικές λειτουργίες, μιλάω για την εποχή των νουκλεοτίδιων).
 Ορμώμενοι από την επιτυχή μετάλλαξη τους σε πυθάρια -πυθάρια δίχως πάτο- αποθήκευσης πληροφοριών, σε δίσκους χωρητικότητας πολλών terabyte δηλαδή, οι άνθρωποι φαντασιώνονται ότι επιτελούν χρήσιμο έργο για τον εαυτό τους[2] αλλά και για την ανθρωπότητα (αναφέρομαι στην extravaganza της δημοσιογραφίας του πολίτη∙ οι πορείες δεν έχουν διαδηλωτές πια, έχουν καταγραφείς της λεπτομέρειας της λεπτομέρειας).
 Αυτό που δεν περνάει από το μυαλό τους είναι πως μια βάση δεδομένων (ότι μαζέψει το μάτι) είναι παντελώς άχρηστη για έναν άπειρο, άτεχνο χρήστη (το Υποκείμενο, αυτό που οφείλει να είναι ο άνθρωπος). Επιπλέον, δεν έχουν κατανοήσει πως το «μάτι» του σαρωτή διαφέρει κατά πολύ από την ανθρώπινη ματιά, κατά συνέπεια αυτή η τελευταία έχει πληγεί θανάσιμα:
-          «Ολοι στοιχιζόμαστε στην ατέρμονη γραμμή των τυφλών. Αν δεχτούμε ότι η αλήθεια του ανθρώπου είναι η επιθυμία, στην Ελλάδα οι επιθυμίες -και οι αλήθειες- ταξιθετούνται σε μια αλυσίδα που μοιάζει με την πομπή των τυφλών στον πίνακα του Μπρέγκελ: κάθε μία πιάνεται από το χέρι της άλλης αλλά καμία δεν ξέρει πού πάνε όλες μαζί. Αυτό σημαίνει πώς πάντα κάποιος επιθυμεί και αληθολογεί στη θέση μας. Κι αυτός είναι ο πρώτος μονόφθαλμος της πομπής... Οσοι τον ακολουθούν επαφίενται σαν σε τυφλοσούρτη. Εξιδανικεύουμε, απωθούμε, αυτολογοκρινόμαστε ακολουθώντας τον "τρόπο" που χρησιμοποιεί ο πρώτος. Αρα δεν επιθυμούμε αλλά φοβόμαστε όπως ακριβώς οι τυφλοί: δεν ξέρουμε πού να πατήσουμε, ποιον να πατήσουμε ή ποιος θα μας πατήσει.[3]
 Ο πρώτος μονόφθαλμος της πομπής στην δική μας περίπτωση, είναι το αόρατο, άυλο μάτι που σκεπάζει την ανθρωπότητα, το μάτι της κοινωνίας του 21ου αιώνα. Όσον αφορά τον έσχατο, τείνει να γίνουμε όλοι εμείς, άλλοτε γνωστοί με την κωδική ονομασία Υποκείμενα.


Photo: tolucophoto


[1] Η φαντασιοπληξία αυτή αντιτίθεται σε ότι έχουμε για σίγουρο σ’ αυτόν τον πλανήτη: τα αγαθά κόποις κτώνται / ο χρόνος δεν είναι κτήμα μας, ανήκουμε σ’ αυτόν / και άλλα.
[2] Χρειάζεται να αναρωτηθεί κανείς στα σοβαρά αν οι άνθρωποι “πεθαίνουν τάχα από επιθυμία να μάθουν αν αυτή τη στιγμή χιονίζει στο Οσλο ή αν το τσιγάρο Silk Cut της κατηγορίας μοβ, περιέχει όντως 7 δέκατα του μιλιγκράμ νικοτίνη?” http://1453-2009.pblogs.gr/2009/02/413378.html
[3] Γιώργος Βέλτσος, συνέντευξη στην Έφη Μαρίνου. http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=188152

12.8.10

Βάρος



• Λοιπόν; Είσαι καλά;

- Γιατί δεν μιλάς, γιατί δεν λες αυτά που σκέφτεσαι, αυτά που θες να πεις! Γιατί δε μ’ αφήνεις ήσυχη; Χωρίσαμε, δεν χωρίσαμε; Εξαφανίσου, γιατί δεν εξαφανίζεσαι; [...] Με νομίζεις νευρωτική ε; Υστερικιά. [...] Μου ‘χεις φορτώσει τον τρόπο που μιλάς, τον τρόπο που σκέφτεσαι, τις ανασφάλειες σου, τα βιώματα σου, τη μυθολογία σου, είσαι βαρύς, το καταλαβαίνεις? Βαρύς! [...] Όπως τότε που σου΄χα πει ότι πήγα μ’ άλλον, ποτέ δεν το ξεπέρασες. Θεωρίες… θεωρίες… ξέρεις τι είσαι, ένας καταπιεσμένος μικροαστός είσαι, αυτό είσαι!

• Είναι φορές που σκέφτομαι πως αυτή η ιστορία, δεν μπορούσε να ‘ναι καλύτερη.



Εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο (1979), του Νίκου Ζερβού.
________________________________________




 Ο θάνατος σε διπλή έκδοση

Ο πρώτος θάνατος αργός, βασανιστικός, ένας θάνατος εν ζωή  - ο θάνατος του να υπάρχεις αλλά να μην ζεις (να ζεις ως σκλάβος κάποιου μύθου).   

Ο δεύτερος θάνατος αιφνίδιος, βίαιος, «παράλογος», - ένας θάνατος μέσα στην ερημιά που ακολουθεί τον επικήδειο ενός μύθου, ένας θάνατος προϊόν της νεκρικής ακαμψίας του βλέμματος*.
  


*Οι μικροκάμερες των αγγέλων 
 του Ευγένιου Αρανίτση                                                                                                                             
 “Μια φορά κι έναν καιρό, έζησε ένα είδος ανθρώπου για τον οποίο έλεγαν ότι το βλέμμα του σε διαπερνούσε, ότι η ματιά του ήταν τόσο στοχαστική και διεισδυτική ώστε δύσκολα μπορούσες να του κρύψεις αυτό που, αν δεν κρυβόταν, η πεζή επιβίωση θα είχε γίνει ακατόρθωτη. Δυσκολευόσουν να του κρύψεις ειδικά εκείνο που παρέμενε μέσα σου αποσιωπημένο γιατί ανήκε στην τάξη του πόνου, της εγκαρτέρησης και της απελπισίας. Αυτός το γνώριζε και, από ευγένεια, απέφευγε να σε κοιτάξει. Οπότε προτιμούσε να κοιτάζει τη θάλασσα και τα συννεφάκια στον ορίζοντα, και να κάνει προβλέψεις για τον καιρό. Στη γειτονιά του, τον θεωρούσαν «αφηρημένο».

 Ετσι οι άλλοι τον αγαπούσαν ακριβώς επειδή τους έκανε το χατίρι να είναι διακριτικός, και ταυτόχρονα τον φοβόνταν, τον σέβονταν και τον απέφευγαν. Οι ίριδες των ματιών του έδιναν την εντύπωση ότι είχαν πρόσφατα αντικρίσει απόκοσμες όψεις της ταραχής που συντονίζεται κρυφά με τους ρυθμούς της οικουμένης για να την εξοικειώσει με τον θάνατο, και επομένως υπήρχε εκεί το ίχνος ενός αριστοκρατικού μαρασμού, κάτι στωικό και πένθιμο. Αυτός ο τύπος ανθρώπου, που σε κοίταζε φωτίζοντάς σε μελαγχολικά και με μια δόση αυστηρότητας, σαν να σου αποσπούσε τα μυστικά, δεν υφίσταται πλέον.”