Showing posts with label Θόδωρος Αγγελόπουλος. Show all posts
Showing posts with label Θόδωρος Αγγελόπουλος. Show all posts

21.2.14

Μνήμη Θόδωρου Αγγελόπουλου





1.
Η προηγούμενη γενιά επιλέχτηκε από την ιστορία να περιφρονήσει τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Η δική μας γενιά είναι καταδικασμένη να πορευτεί μαζί του. Για την ακρίβεια, είναι αναγκασμένη να γευτεί την αλήθεια του έργου του. Όποιος θέλει βέβαια είναι ελεύθερος να ντύσει με εισαγωγικά τη λέξη «γεύση» καθότι δε θα ΄ναι πάντοτε γλυκιά η γεύση της αλήθειας του πελαργού. 

Ο πελαργός πετά ελεύθερα μα ενίοτε τσαλαβουτά και σε λασπόνερα. Κατά συνέπεια, υπάρχει η πιθανότητα να εμφανιστεί μπροστά σας σε κακό χάλι. Να μην τον αποπάρετε σας παρακαλώ. Δείτε τον σαν καθρέπτη της ανθρώπινης κατάστασης. Πετάμε σαν ελεύθερα περήφανα πουλιά κάθε τόσο που ερωτεύομαστε. Μία, δύο, τρεις, άντε το πολύ έξι επτά φορές στη ζωή μας. Συνήθως όμως τσαλαβουτάμε στα ρηχά της ρουτίνας της καθημερινότητας κάνοντας πως δεν βλέπουμε τη λίμνη από δάκρυα που σχηματίζεται κάτω από τα πόδια μας και γύρω από το γραφείο. Είναι τα δάκρυα για τη ζωή που δεν ζήσαμε. 


2.
Ο Αγγελόπουλος καταγράφηκε σαν ρεφορμιστής από την προηγούμενη γενιά, και δη την κομματικά τυφλωμένη. Σε εμάς έτυχε ο κλήρος να εγγράψουμε το Αγγελοπουλικό έργο στα κιτάπια μιας νέας, αβάπτιστης ακόμα, ουτοπίας. 

Ας την ονομάσετε όπως θέλετε την ουτοπία σας· αρκεί να μην ψωνίσετε στις εκπτώσεις του Amazon.


3.
Οι ασκήσεις μνήμης του Θόδωρου ήταν δύσκολο να χωνευτούν από τη γενιά του πιτόγυρου με τζατζίκι και τηγανιτές πατάτες. Ο ιστορικός χρόνος, τότε, κυλούσε  με συνεχείς διακοπές για διαφημίσεις Αμερικάνικων, ως επί το πλείστον, προϊόντων. Η δική μας φουρνιά όμως, με μισογεμάτο στομάχι αυτήν τη φορά, δεν θα καταφέρει να κατανοήσει τον παρόντα ιστορικό χρόνο παρά μόνο αν (εκ)παιδευτεί στην ανάγνωση του παρελθόντος μετά βαθμού κοπώσεως εφάμιλλου με εκείνον των ηθοποιών του «Θίασου» όταν ανεβοκατέβαιναν χιονισμένες βουνοπλαγιές.


4.
Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού είναι μια ταινία που μιλά για το μέλλον κοιτώντας προς το παρελθόν, όπως συμβαίνει με κάθε σπουδαίο έργο άλλωστε. Αν αναρωτιέστε για τη σχέση των έργων αυτών με τον παρόντα ιστορικό χρόνο, είναι απλό: τον χαρίζουν απλόχερα σε εκείνους που είναι διψασμένοι για νίκες. 

Οι κόκκινες σημαίες που ανέμιζαν στο πλατό του Θίασου έδειχναν προς το παρελθόν ενόσω μας προετοίμαζαν για το μέλλον που έμελλε να ‘ρθει· το μέλλον, περιττό να το πούμε, είναι πάντοτε εν δυνάμει επαναστατικό. 

Αντίθετα, οι μαυροκόκκινες σημαίες που ανέμιζαν στην Σοφοκλέους κατά την διάρκεια της πρόσφατης Biennale συνομιλούσαν με την επικαιρότητα (Occupy Wall Street-κατάληψεις στα Εξάρχεια-The Dark Knight Rises) όπως αυτή καταγράφεται στο Twitter. 

Ο διψασμένος για νίκες «εδώ και τώρα!» διατηρεί προνομιακή σχέση με την διαφήμιση, αναλώνεται στα social media και εν τέλει εγγράφει το καλλιτεχνικό έργο ως αέρα κοπανιστό στο γιγαντιαίων διαστάσεων σύννεφο του Big Data.


5.
Κάποιοι θα κάνουν τον Αγγελόπουλο μουσείο. Κάποιοι θα στήσουν μνημείο για τον Θόδωρο. Εγώ πάλι θα τον ονειρεύομαι σαν πελαργό που αν και δεν θα φέρνει μωρά θα σκορπίζει ελπίδα κάθε φορά  που θα μας επισκέπτεται. 






13.6.11

μπισκότο





Είναι αναμφίβολα μια κινηματογραφική σκηνή που θα διδάσκεται σε κινηματογραφικές σχολές. Στον αιώνα τον άπαντα. 



Στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου βρίσκεται το άλτερ έγκο του σκηνοθέτη, ο δημιουργός. Ένας δημιουργός σαστισμένος, σε περισυλλογή, μοιάζει να θέλει να πάει κάπου παραπέρα και να μην μπορεί, και μάλλον δεν ευθύνεται το χιόνι γι’ αυτό.

Ο οδηγός, είναι εμείς, το κοινό. Χωρίς το κοινό δε γίνεται τίποτα, δημιουργός δεν υπάρχει, ούτε έργο. Ο οδηγός οδηγεί τον δημιουργό στο σημείο όπου κανείς αντιπαρατίθεται με την ίδια τη ζωή∙ με ότι μας υπερβαίνει. Το χιόνι είναι απροσπέλαστο εμπόδιο και ο οδηγός το γνωρίζει πολύ καλά. Ο δημιουργός στέκει σιωπηλός στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, παρατηρεί, ακούει, μαθαίνει, δέχεται το κέρασμα - επίθεση φιλίας του ταξιτζή, μια κίνηση η οποία δεν μπορεί παρά να σηματοδοτεί την αρχή της δημιουργίας. Είναι η επιβεβαίωση της ύπαρξης του κοινού.

Η επίθεση φιλίας του οδηγού μοιάζει να θέτει το δημιουργό προ των ευθυνών του. Ο δημιουργός που θα πιει από το ίδιο μπουκάλι με τον οδηγό μοιάζει να τα ‘χει λίγο χαμένα, γι’ αυτό άλλωστε και προσπαθεί να τον πικάρει ρωτώντας τον αν φοβάται. Ακινητοποιημένοι στο βουνό κι ακολουθώντας τον οδηγό στα χιονισμένα δύσβατα μέρη τα οποία μόνο αυτός γνωρίζει από πρώτο χέρι, ο δημιουργός δεν μπορεί παρά να έρχεται αντιμέτωπος μς την ίδια την πρόκληση της δημιουργίας. Πρώτα όμως οφείλεις να σιωπήσεις. Εκείνος που σε οδήγησε ως εκεί έχει να πει κάποια πράγματα.

Ο Θανάσης Βέγγος λοιπόν είναι η φωνή του λαού. Έρχεται από το παρελθόν, σχεδόν μεμψιμοιρεί μιλώντας για το τέλος της Ελλάδας σε ένα λόγο λυρικό, συναισθηματικό, αληθή όσο το επιτρέπει η εγκεφαλικότητα του καθενός μας. Από τη στιγμή όμως που το αυτοκίνητο έχει σταματήσει, ηττημένο από το βουνό, ο Βέγγος έχει το δικαίωμα να λέει ό,τι ακριβώς θέλει. Τη στιγμή εκείνη το συλλογικό θυμικό του λαού παίρνει τον πρώτο λόγο. Ο δημιουργός άλλωστε βρίσκεται σχεδόν εκτός πλάνου. 

Γιατί όμως ειδικά ο Βέγγος στον ρόλο του οδηγού; Εδώ ίσως μας βοηθήσει ο Ευγένιος Αρανίτσης:
...Θα λέγαμε λοιπόν ότι, επιχειρώντας να πηδήξει έξω απ' το πλάνο (εν προκειμένω στη χαράδρα), ο Βέγγος κριτικάρει καθεαυτό το σινεμά ως τοποτηρητή και μάρτυρα της αδυσώπητης εντολής επίσπευσης που επιβάλλεται διεθνώς σε όλα τα νεωτερικά μέτωπα υπό την αιγίδα της τεχνολογικής προόδου (το αυτοκίνητο). Σημειωτέον ότι ο Βέγγος, αρχικά, είναι ο κατ' εξοχήν πρωταγωνιστής που εδώ, στην ελληνική κινηματογραφική περίπτωση, επωμίζεται την ευθύνη της επιτάχυνσης των συμβάντων (αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα ας το κάνει γρήγορα) εφόσον η κάμερα εξακολουθεί να είναι προσηλωμένη στην παράδοση του θεάτρου (η θεατρικότητα στο σινεμά του Αγγελόπουλου). [...] Μόνον που αυτή τη φορά ο πρωταγωνιστής της κωμωδίας -σαν παλιός ανατολίτης, για να το πούμε λαϊκά- αντιστέκεται επιπλέον, από κεκτημένη ταχύτητα (ή αδράνεια), σε κάτι εντελώς διαφορετικής τάξεως απ' τα λογικά εμπόδια που θέτει η πλοκή της ταινίας, αντιστέκεται στην ίδια την κινηματογραφική ψευδαίσθηση. [...] Με μια φράση, ο Βέγγος δεν κριτικάρει την πραγματικότητα διά του σινεμά αλλά το ίδιο το σινεμά ως πραγματικότητα, το σινεμά ως στρατόπεδο συγκέντρωσης εκείνων που τρέχουν, και απ' αυτή την άποψη είναι, υπογείως, ένας κωμικός του μέλλοντος.

Αν ο Αγγελόπουλος συμφωνεί με τον Αρανίτση είναι κάτι το οποίο δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Πιθανότατα όμως είχε εντοπίσει στον Βέγγο την ποιότητα εκείνη η οποία ήταν δυνατόν να ταιριάξει με το Αγγελοπουλικό πρότυπο της διάρρηξης της κινηματογραφικής φόρμας προς όφελος της ενεργοποίησης της σκέψης του θεατή. Ο Βέγγος κουβαλούσε από  μόνος του άλλωστε, έξω και πριν από την ταινία, εκείνη την ποιότητα που σου επιτρέπει να σπάσεις τον αιώνια άλυτο κινηματογραφικό κώδικα της ηδονοβλεψίας που σέρνει με κόπο μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα ο θεατής. 

Την ιδια ώρα ο δημιουργός εντός (Χάρβει Καιτέλ) και εκτός (Θόδωρος Αγγελόπουλος) οθόνης στέκουν θεατές, μη γνωρίζοντας που πέφτουν τα σύνορα, μην έχοντας ιδέα πότε ακριβώς οφείλεις να ακούσεις το χιόνι.
Η σκηνή κλείνει μεγαλειωδώς με ένα καταπληκτικό αστείο. Μέσα στη παγερή σοβαρότητα της τρίλεπτης αυτής σκηνής, ο Βέγγος μεταμορφώνεται στο Βέγγο που οι πιο πολλοί αγαπήσανε: 
...Ταυτόχρονα, είναι ένας γνήσιος κωμικός του παρελθόντος, κι αυτό συνιστά μιαν ακόμη εκδοχή της αντινομίας που περιγράφω. Είναι αρκετά παλιός ώστε να συγκρούεται, ενστικτωδώς, με το δέος της ανατέλλουσας κυριαρχίας των αλλοτριωτικών προτύπων και των ρήξεων ανάμεσα στην κοινωνική ανηθικότητα και στα πρόσωπα, τα οποία κατ' ουσίαν κηδεύει και πενθεί με το αχαλίνωτο συναισθηματικό ρεπερτόριο των μορφασμών του, μ' εκείνες τις σπαραχτικές γκριμάτσες απελπισίας, αγανάκτησης, παραπόνου ή απαντοχής, γκριμάτσες που σημαδεύουν κατ' ευθείαν την καρδιά ενός δράματος το οποίο φωλιάζει κρυμμένο σε βάθος που αποκλείει τη γλωσσική του διατύπωση. Ο Βέγγος ζωγραφίζει την αντινομία στον καμβά του προσώπου του, προσώπου ανεπανάληπτου, εξαιρετικά όμορφου αν και άσχημου, εν ολίγοις προσώπου τόσο δραστικά σημαδεμένου από τον πυρετό του νοήματος, ώστε να μετατρέπεται, δίχως υπερβολή, σε μια μνημειώδη μάσκα μελαγχολίας, ελέους, κατάπληξης ή υστερικού ενθουσιασμού. Εχοντας αναλάβει αυτεπαγγέλτως να κρούει τον κώδωνα για τη διαφαινόμενη εγκαθίδρυση της πλαστότητας και των προσποιήσεων εκεί που κάποτε βασίλευαν οι δεσμοί της αμοιβαίας φιλοξενίας, είναι τόσο αναχρονιστής και την ίδια στιγμή τόσο καλά ενημερωμένος για όσα επίκεινται, ώστε να μην ταιριάζει πουθενά.

Ο Βέγγος, ο κωμικός από το μέλλον και το παρελθόν ταυτόχρονα, ανταποκρίνεται πλήρως στο Αγγελοπουλικό όραμα. Αυτό δεν είναι άλλο από τη μνήμη και τη λειτουργία της, διαχρονική σταθερά του έργου του Αγγελόπουλου.* Χωρίς παρελθόν, μνήμη δεν υπάρχει. Αλλά και χωρίς μνήμη πώς γίνεται να υπάρξει το μέλλον; 

Ο Βέγγος όντως "κρούει τον κώδωνα"∙ συνομιλώντας με τη φύση, θαρρεί κανείς μωρή λόγω ιδιοσυγκρασίας, αποδέχεται το γεγονός πως είναι μόνος, όπως κι αυτή, όπως άλλωστε και ο δημιουργός που διστακτικά τον ακολουθεί ώστε να σταθεί δίπλα του. Δίπλα του αλλά και μπροστά στο χάος που ρούφηξε το μπισκότο. Ένα μπισκότο που δεν πρόκειται να επιστραφεί ποτέ. 

Ένα μοιάζει να ‘ναι σίγουρο∙ ίσως έφτασε η ώρα που αξίζει να αναρωτηθούμε αν θα πρέπει να διεκδικήσουμε σθεναρά το δικαίωμα της παραμονής του μπισκότου εκείνου στα χέρια μας. Γιατί άλλωστε αυτή η απελπισμένη προσφορά σηματοδοτεί την ήττα μπροστά στις δυνάμεις του μυθικού τέρατος γνωστό με τη κωδική ονομασία φύση. 

Η σκέψη για μια βουτιά από ψηλά σε μία άσπρη θάλασσα (ένα υποθετικό συμπέρασμα αν λάβει κανείς υπόψην την απελπισία του ηθοποιού Βέγγου λίγο πριν), είναι επόμενο πως κάνει το φόβο αβάσταχτο, ο ίλιγγος της θέασης της σκηνής μεγαλώνει. Ο κώδωνας που κρούει ο Βέγγος είναι μια ηχηρή υπενθύμιση της ζοφερής πραγματικότητας, σχετίζεται με το μυθικό τέρας που είναι η ανίκητη παμφάγος φύση αλλά και με το φόβο του θανάτου - συμβολικού και μη - του σαστισμένου δημιουργού, αυτού που θέτει σε κίνηση τα πράγματα μπροστά στο τρόμο μιας αιώνιας παγωμάρας - ορίστε η λαμπερή σκηνή της ζωής (σκηνή που απαιτεί θεατρική επιδεξιότητα και πειθαρχία σκέψης).

Και όμως υπάρχει απάντηση, αυτή άλλωστε αναζητεί ο Αγγελόπουλος σ' αυτήν την κινηματογραφική σκηνή που μας χάρισε αλλά και έξω απ’ αυτή, σε μια ζωή προσφοράς έργου: 

It’s a terrifying thought. The one certainty in life is that we are all going to die and there is nothing we can do about it. But there is a way of easing this fear. A way of trying to come to terms with our own death. The first uniquely human way of accomplishing this is art. What art does is to take the natural world and to give us some control over it. **

Νομίζω, ίσως είναι περιττό να το πω, ο κινηματογραφικός ήρωας με το μπισκότο είναι η χώρα η ίδια, τη στιγμή αυτή που μιλάμε (όπου μπισκότο βάλε τη λέξη αξιοπρέπεια). Η φύση είναι η πραγματικότητα της εποχής των μνημονίων και ο σιωπηλός δημιουργός ο οποίος αναζητεί ακόμα τις κατάλληλες λέξεις  ώστε να τοποθετήσει τον εαυτό του στο κάδρο φαίνεται να παραμένει το μεγάλο ερωτηματικό τη στιγμή ακριβώς που τριάντα δύο τολμηροί  διεκδικούν, νομίμως βέβαια, λίγη ακόμη προσοχή.

Μυθικά τέρατα υπήρξαν πολλά∙ τα νικήσαμε άραγες ποτέ μας;










* Από τις ταινίες σας φαίνεται ότι η μνήμη έχει μεγάλη σημασία για σας. ‘’Το υλικό με το οποίο δουλεύει κανείς είναι τα πράγματα που έχει ζήσει και τα πράγματα που έχει διαβάσει, οι προσωπικές του εμπειρίες και οι πνευματικές του εμπειρίες – στον βαθμό που δεν αποτελούν ένα απλό διάβασμα αλλά γίνονται βίωμα. Οι αναφορές σε μύθους όπως εκείνος των Ατρειδών, της Οδύσσειας στις ταινίες μου δεν είναι  φιλολογικές, είναι βιωματικές. Είναι περίεργο αλλά τους αισθάνομαι όχι σαν κάτι που έχει συμβεί παλιά, κάτι απόμακρο, μια πολιτισμική μου αναφορά αλλά σαν μια πνευματική εμπειρία, σχεδόν βιωματική εμπειρία. Με συγκινούν με τον ίδιο τρόπο που με συγκινούν πράγματα σημερινά’’. Συνέντευξη του Θόδωρου Αγγελόπουλου στον Κωνσταντίνο Θεµελή, στο Θεόδωρος Αγγελόπουλος: Το παρελθόν ως ιστορία, το µέλλον ως φόρµα, Αθήνα 1998.
**How Art Made the World, ep.5 To Death and Back |http://www.pbs.org/howartmadetheworld/


Αποσπάσματα από το άρθρο του Ευγένιου Αρανίτση http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=05/06/2011&s=parado3a








3.2.11

Το καράβι απ' την Ολλανδία




 

Το πλωτό φρούριο από την Ολλανδία που θα μετατραπεί σε χώρο διαμονής εκατοντάδων λαθρομεταναστών ετοιμάζεται πλέον να φέρει, τις επόμενες ημέρες, το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Τεχνικοί σύμβουλοι και αξιωματούχοι της ΕΛ.ΑΣ. και του υπουργείου, με επικεφαλής τον διευθυντή του γραφείου του κ. Χρήστου Παπουτσή, πρέσβη κ. Κυριάκο Αμοιρίδη, και τον υπαρχηγό της ΕΛ.ΑΣ. κ. Ιωάννη Ραχωβίτσα, μετέβησαν προ μερικών ημερών στην Ολλανδία και μελέτησαν στο Ρότερνταμ τις διαδικασίες μεταφοράς και εγκατάστασης του πλωτού κέντρου υποδοχής των λαθρομεταναστών. Ακόμη εξέτασαν την περίπτωση υπενοικίασης και άλλων παρόχθιων ναυπηγημάτων για τη διαμονή των παράνομων μεταναστών.

Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, το πλοίο θα εγκατασταθεί στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης σε χώρο ελεγχόμενης πρόσβασης. Την ίδια ώρα συνεχίζονται οι μελέτες για την εγκατάσταση του φράχτη σε μήκος 12,5 χιλιομέτρων στον Εβρο. Εχει ζητηθεί συνεργασία από τις ελληνικές πρεσβείες σε Ισραήλ και Ισπανία προκειμένου να συγκεντρωθούν στοιχεία για αντίστοιχες κατασκευές στις δύο αυτές χώρες. Σύμφωνα με νεότερες εκτιμήσεις, ο φράχτης θα έχει κατασκευασθεί ως τις αρχές Ιουνίου.

Το Βήμα, 01/02/2011





24.2.10

Fluffy Signs: Βάζοντας σημάδι τη Ζωή



 

 Είχα πραγματικά πολύ καιρό να επιχειρήσω μία από εκείνες τις μοναχικές βόλτες στο κέντρο της Αθήνας, κομμάτι αναπόσπαστο μιας άλλης καθημερινότητας που με άφησε χρόνους. Κηδεία δεν της έκανα, μήτε και τα σαράντα. Έφυγε, και τη θέση της πήρε μία άλλη, τόσο απλά.
 Χωρίς να έχει περάσει από το μυαλό μου, η όποια πιθανότητα υπήρχε να εμφανιστεί μπροστά μου ένα «σημάδι» (αλλά «σημάδι» καλό∙ ακόμα θυμάμαι εκείνο τον καμαρωτό άσπρο κύκνο που εμφανίστηκε από το πουθενά σε μια στιγμή ταραχώδους γαλήνης που με βρήκε ξαπλωμένο σε μια βρώμικη αμμουδιά σ΄ ένα ξεχασμένο πρώην βιομηχανικό κομμάτι του Άμστερνταμ) δε θα μπορούσε παρά να αποτελεί μια ισχυρή κατάφαση μιας και αφουγκράζομαι μια πραγματικότητα που πάντοτε καλωσορίζει θερμά την όποια έκτατη συμμετοχή παράξενων (ή και μη) «σημαδιών», μια διαδικασία που θα ονόμαζα ‘Welcome to the Science of Signs’.
 Η τυχαία συνάντηση με το Θόδωρο Αγγελόπουλο και η θερμή καλησπέρα που του απεύθηνα σε συνδυασμό με αυτήν την - κάπως αδιάκριτη, ή, εντελώς αδιάκριτη κατά Ζίζεκ Ευαγγέλιον - ερώτηση («Πώς είσαι?») που αποσκοπεί να (μη) μάθει τα κέφια ενός προσώπου που δε γνωρίζεις προσωπικά, δεν αποτελεί από μόνο του κάποιο αξιοσημείωτο «σημάδι» (όχι πως δε θα μπορούσε∙ μονό εσύ είσαι ο απόλυτος κριτής αυτής της διαδικασίας).
 Με τον κ. Αγγελόπουλο όμως είχαμε προηγούμενα. Υπήρξε μια στιγμή που ήθελα να του πω κάτι, κάτι όχι και τόσο προσωπικό, όσο οικουμενικό. Τον Δεκέμβρη του 2008, στην Αθήνα υπήρξε αυτό που κάποιοι αποκάλεσαν εξέγερση ενώ κάποιοι άλλοι ανομία ή παραβατικότητα made in Greece. Μιας και τον καιρό εκείνο βρισκόμουν στο εξωτερικό, εγώ το εξέλαβα – μέσες άκρες - ως ένα event (a la Badiou) στο οποίο δεν είχα την τύχη να παραστώ.
 Η πίκρα μεγάλη, όση και η αγανάκτηση. Η αγανάκτηση παρέσυρε πολλά στο διάβα της και κατά κύριο λόγο την ορθολογική διαχείριση του χωροχρόνου. Τα deadlines πλησίαζαν απειλητικά και εκείνη η εργασία για την προεκλογική καμπάνια του Obama στα internet έχανε κατά κράτος τη μάχη από το ανελέητο οπτικο-ακουστικό θέαμα που προσέφεραν απλόχερα αγανακτισμένοι νέοι, μπάτσοι, νοικοκυραίοι, ο Πανούσης στο ραδιόφωνο, το Ελληνοφρένεια στο Σκάϊ και πολλοί άλλοι. Αυτά όσον αφορά το χρόνο. Περί του χώρου, η κολοσσιαία αντίθεση μεταξύ της Ολλανδικής προεόρτιας ευδαιμονίας με την άφιξη του Sinterklaas (που δε πάει πουθενά χωρίς τους μικρούς του δουλικούς βοηθούς) και ενός χριστουγεννιάτικου δέντρου στο Σύνταγμα που έμελλε να «φωτιστεί» κατά έναν ιδανικό και ανεπάληπτο τρόπο, πυροδότησε μια σχιζοειδή κατάσταση. Ακολουθεί χαρακτηριστικό παράδειγμα:
(Πάρτυ-συγκεντρωσούλα σε φοιτητικό σπίτι, [13.12.2008], 23:00 μ.μ):
-          Now, it’s your turn. Come on, take this baloon (η θεματική της βραδιάς ήταν η κατασκευή περίτεχνων σχημάτων με την βοήθεια πολύχρωμων μπαλονιών. Η διάθεση μου ήταν να πυροβολήσω εκείνα τα μπαλόνια).
-          Oh.. well ... ok.. I’ll try to make a gun... we need the guns right now.
 Έχοντας πιάσει την κουβέντα με το μοναδικό συμπατριώτη που έτυχε να παρίσταται στην γιορτή των μπαλονιών (τα γεωμετρικά σχήματα και τα ζωάκια επικράτησαν στις προτιμήσεις των συμμετοχόντων), οι λέξεις ξεχύθηκαν χωρίς να με ρωτήσουν και ευτυχώς που τις επανέλαβε και ο σύντροφος (τότε) και έφυγε από πάνω μου όλο το βάρος του πολεμοχαρούς γαβγίσματος μου.
 Η πίκρα - παρούσα από την αρχή - με σταδιακή άνοδο της έντασης της όσο περνούσαν οι μέρες, είχε να κάνει με ένα σωρό πράγματα:
-           Με τις συνθήκες που γέννησαν τις ταραχές τις οποίες σε τέτοιες στιγμές αντιλαμβάνεσαι πληρέστερα (όχι όσον αφορά το κομμάτι της αντίληψης σου περί της διάστασης του προβλήματος το οποίο προυπήρχε, αλλά όσον αφορά το γεγονός ότι κατά κάποιο τρόπο αυτή η διάσταση σε ρουφάει μέσα της, σε καιρούς σαν και τότε).
-          Με τις παράπλευρες απώλειες, π.χ. τη λιγοψυχία κάποιων ή και το reactionary mood κάποιων άλλων, χαμένων στα βιβλία τους μέσα.
-          Με την καθόλα φυσιολογική αποκλιμάκωση της έντασης.
-          Με την αδυναμία έκφρασης μιας υγιούς (τραμπούκοι), ή πραγματιστικής (εξω-κοινοβουλευτική αριστερά), ή νηφάλιας-στέρεας (αριστερά), πράξης-φωνής-άποψης.
-          Με την ύψιστη απώλεια των ημερών για εμένα (και μόνο), την απουσία μου.
 Στην πίκρα απάνω και στο μαρασμό που με καταδίκασε η θέαση των γεγονότων εντός των 17 ιντσών της οθόνης του laptop, η «ελπίδα» εμφανίστηκε μπροστά μου –αναγκαστικά (?)- εντός αυτού του παράθυρου με θέα πραγματικότητας. Ήταν η εποχή όπου οι ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου είχαν μπλοκάρει την όποια απόλαυση μπορούσα να αποκομίσω από την θέαση κάποιας άλλης κινηματογραφικής ταινίας, μια εποχή στην διάρκεια της οποίας ανακάλυψα την όποια «ελληνικότητα» μου αναλογούσε ως Έλληνας πολίτης.
 Οι ταινίες του ως ένα παράθυρο στην ιστορία, έχουν ένα κάποιο ενδιαφέρον. Είναι όμως και ένα παράθυρο το οποίο μπορείς να ανοίξεις σπάζοντας τα δεσμά που σε καθηλώνουν ως θεατή, εκεί βρίσκεται η ουσία. Ο Θίασος (1974), πέρα από αισθητικό αριστούργημα, είναι μια ταινία στην οποία μπορείς να βρεθείς «μέσα»∙ σε κάποιες στιγμές οι ηθοποιοί στρέφουν το βλέμμα τους στην κάμερα καταργώντας την υλικότητα του βλέμματος της∙ το βλέμμα αυτό, μαζί με εκείνο που ανταλάσσουν οι χαρακτήρες της ταινίας καταργούν -καθιστώντας το ανενεργό, παθητικό- το τρίτο βλέμμα, εκείνο του θεατή.
 Η στιγμή που οι ηθοποιοί πλησιάζουν στην κάμερα και μιλούν απ΄ευθείας στο θεατή –σπάζοντας την σεναριακή ροή της ταινίας-, αποτελεί την κορύφωση του «έργου». Το έργο είναι μια συμμετοχική διαδικασία, αν δε συμμετέχεις, η ταινία θα σε ξεράσει κάπου όπου θα μπορείς με την ησυχία σου, είτε να βαυκαλίζεσαι για την θεατρικότητα της ταινίας και την υπέροχη φωτογραφία (και τα δύο αληθή βέβαια, αλλά αλλού είναι το θέμα), είτε να αναζητείς λίγο Βούλγαρη (που είναι και πιο light), στην αδυναμία σου πάνω για προσαρμογή.
 Έτσι κάπως λοιπόν, και χωρίς να είμαι απόλυτα ενήμερος της όλης διαδικασίας, καρφώθηκε στο μυαλό μου μια εικόνα από το μέλλον: είναι Χριστούγεννα απόγευμα προς βράδυ, και βρίσκομαι κάπου στα Εξάρχεια όπου και συναντώ τυχαία τον Θ. Αγγελόπουλο (εκεί έχει άλλωστε το γραφείο του). Του λέω (δίνοντας του το χέρι): “κ. Αγγελόπουλε, ευτυχώς που υπάρχετε”. Κατόπιν, φεύγω.
 Όπως ήταν αναμενόμενο, κάτι τέτοιο δε συνέβη ποτέ∙ έτσι σιγά σιγά, ξέχασα και την όλη φαντασίωση (αντίδοτο σε μια εφήμερη θλίψη, προϊόν μιας εφήμερης jouissance).
Απρίλης 2009 (μετά τις 02:00π.μ.): το «σημάδι»:
-          “Γι΄ αυτό και είμαι ανάμεσα σε αυτό που θα λέγαμε ελπίδα και πένθος. Ξαφνικά συμβαίνει κάτι. Ένας άνθρωπος σε σταματάει στο δρόμο και σου λέει «ευτυχώς που υπάρχετε» (με σταμάτησε ένας νεαρός τον Δεκέμβρη εδώ απ΄ έξω (εννοεί το γραφείο του) και μου το είπε)”.[1]
 Η έκπληξη γρήγορα μετατράπηκε σε χαμόγελο ικανοποίησης∙ μια ικανοποίηση που προήλθε από αυτό το γεγονός που κάνει την εμφάνιση του, αραιά και που. Συνίσταται φυσικά στον απόλυτο συντονισμό, σε μια κατακλυσμιαία σύγκλιση του "μέσα" (ο εαυτός) με το "έξω" (ο άλλος). Η όποια ταύτιση μπορεί να νοιώσεις, φυσικά και είναι παραπλανητική. Με άλλα λόγια, αδιαφορώ πλήρως για την ύπαρξη του άλλου (άγνωστος νεαρός) όπως επίσης και δε δίνω ιδιαίτερη σημασία στο πρόσωπο που αποτέλεσε τον intermediary (Θ. Αγγελόπουλος).
 Η ουσία συνίσταται στη στιγμή, στο συμβάν∙ στην αίσθηση οικουμενικότητας που σε καταλαμβάνει για τα επόμενα δεύτερα μέχρι αυτή η ίδια η αίσθηση να καταρακωθεί υπό το βάρος της πραγματικότητας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τον έρωτα -το αρτιότερο παράδειγμα που δύναται να αποδώσει εκφραστικά το βίωμα του συμβάντος-, την ύψιστη στιγμή διατάραξης της συμπαντικής αρμονίας διά μέσου της επιβολής μιας άλλης αρμονίας όπου το 2 γίνεται 1.
Ø  Ο Ζίζεκ πιστεύει πως love is evil, κι εγώ συμμερίζομαι την άποψη του. Απ’ αυτό το αξίωμα όμως μπορούμε (?) να ξεκινήσουμε την προσπάθεια αναδιάταξης της αξιακής κλίμακας Καλού – Κακού. Ίσως να είναι η ώρα να αποδεχτούμε το Κακό ως το κυρίαρχο αξίωμα σε τούτο τον πλανήτη, να θέσουμε το Κακό ως την κινητήριο-ζωογόνα δύναμη της ιστορίας. Κατά συνέπεια, να τοποθετήσουμε και τον William Burroughs στη θέση που του αρμόζει στην ιστορία του 20ου αιώνα, θέση ηγεμονική.
 Η ουσία επίσης βρίσκεται στο «σημάδι»∙ και εκεί είναι που «χωράει» το Καλό. Σε μια συνθήκη εύθραστη και ονειροπόλα, σε κάτι αταξινόμητο που αρνείται επίμονα να αναλυθεί-αποδομηθεί, σε μια «υπόσχεση» που δεν θα εκπληρωθεί, τέλος, σε κάτι που δε θα φανερωθεί μπροστά σου με σάρκα και οστά αλλά θα πρέπει να το νοιώσεις και έπειτα να το φυλακίσεις μέσα σου.
 Μαζεύοντας νομίσματα που βρίσκονται πεταμένα στο δρόμο -θεωρώντας το καλό «σημάδι»- δεν κάνεις και τίποτα πρακτικό (ούτε πιο πλούσιος γίνεσαι με τα δύο ή δέκα σεντς, ούτε τα νομίσματα θα μεταμορφωθούν σε πρίγκηπα). Φαινομενικά η όποια πίστη σε «σημάδια» είναι μια πράξη χωρίς λογική.
  • Στις πύλες του Άδη, οι νεκροί ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν έναν οβολό στον Χάρων προκειμένου να τους μεταφέρει απέναντι με την βάρκα του. Εκείνοι που δεν είχαν (οι άποροι∙ εκείνοι που δε βρέθηκε ένας φίλος ή συγγενής να τους φιλοδωρήσει με ένα νόμισμα κάτω από τη γλώσσα του νεκρού τους σώματος) θα έμεναν στις όχθες του Αχέροντα, καταδικασμένοι να τριγυρνούν εκεί αιώνια.
 Κάτι μου λέει πως σκύβοντας να πιάσεις το νόμισμα βλέποντας σ΄αυτό ένα καλό «σημάδι», δε κάνεις τίποτα άλλο από το να βλέπεις ένα «πέρασμα», να δημιουργείς με άλλα λόγια συνθήκες που υπερβαίνουν εμπόδια και δυσκολίες (καθημερινότητα, το νέφος της Αθήνας, ηλίθιους ποδηλάτες με οικολογικές ευαισθησίες στο Άμστερνταμ), και όλα αυτά μέσω μιας αυθυποβολής ευδαιμονίας και ενός ακαταμάχητα παιδικού παιχνιδίσματος με τη Μοίρα, το μόνο που έχουμε για σίγουρο σ΄αυτόν τον πλανήτη (άντε και τη μαλακία που μας δέρνει).
 Η παιχνιδιάρικη πίστη για «σημάδια» είναι μονάχα η Θέληση για Ζωή. Οι «άποροι» που θα κοιτάξουν περιφρονητικά αυτόν που κοιτά με χαμόγελο (χαμόγελο παιδιού, όχι μεταμοντέρνο μειδίαμα) ένα λασπωμένο δίφραγκο που κρατά σαν φυλαχτό στην χούφτα του, ίσως και να καταδικαστούν να ανεβοκατεβαίνουν αιώνια την Ερμού σε περίοδο οικονομικής κρίσης. 



[1] Συνέντευξη του Θ. Αγγελόπουλου στον Αντώνη Περιβολάκη στην “Πυξίδα”. http://camerastyloonline.wordpress.com/2009/04/21/synenteyxi_thodorou_aggelopoulou_stin_pyxida/