Showing posts with label U.S.A.. Show all posts
Showing posts with label U.S.A.. Show all posts

19.10.17

Frightful Five Go Pentagon





Μπορούμε βέβαια να υποθέσουμε πως η εξωφρενική ιστορία που θέλει τους Ρώσους να καθορίζουν το νικητή των Αμερικάνικων εκλογών μέσω διαφημίσεων στο ίντερνετ, ευφάνταστο σενάριο το οποίο επιβιώνει με περίσσεια άνεση στα πρωτοσέλιδα, εντελώς παραδόξως αν σκεφτούμε τον ωκεανό της πληροφορίας στην οποίο θαλασσοδέρνεται ολόκληρη η ανθρωπότητα,

αποτελεί το ιδανικό σκιάχτρο ώστε οι οι ΗΠΑ να καταφέρουν να συντονίσουν σε μεγαλύτερο βαθμό τις επιδιώξεις (μέγιστο κέρδος) των tech giants με τις ανάγκες του Πενταγώνου και τις προτεραιότητες του State Department. 

Πολύ περισσότερο από μια επιθυμία της αντιδραστικής Αμερικής των Ρεπουμπλικανών να θέσει φραγμούς και όρια στα liberal, και με στενότερες επαφές με το Δημοκρατικό Κόμμα, τεχνολογικά μεγαθήρια των ΗΠΑ, ούτως ή άλλως έχει έχει προηγηθεί χρονικά το αμφίρροπο ματς FBI vs Apple, 

η ουσία του προβλήματος δεν αποκρυσταλλώνεται στην απληστία του Zuckerberg η οποία πιθανότατα ωφέλησε σε κάποιο βαθμό τον Πούτιν αλλά κατά πόσο το Facebook θα μπορέσει να υπηρετήσει, από εδώ και πέρα, τις ζωτικές ανάγκες της Αμερικής. 

Η ισχύ την οποία έχουν συγκεντρώσει στα χέρια τους οι Frightful Five οφείλει να γίνει απολύτως διαθέσιμη στις ανάγκες της χώρας, γιατί άλλωστε

στον πόλεμο, προς το παρόν οικονομικό, δεν πηγαίνεις χωρίς όλα τα όπλα που διαθέτεις.




20.11.14

Paul Auster II

shoot_yossarian


ΙΙ
Ο Paul Auster υπερασπίζεται με θάρρος και πείσμα τον πρόεδρο Ομπάμα έξι χρόνια μετά την εκλογή του ως πρόεδρου, και αφότου η δημοτικότητα του έχει φθάσει σε ιδιαιτέρως χαμηλά επίπεδα. Δημοκρατικός πολίτης, άνθρωπος με κοινωνικές ευαισθησίες και εγνωσμένης ευφυΐας η οποία τον προστάτεψε από την δαιμονική σαγήνη που ασκούν τα σύγχρονα επιστημονικοφανή παραμύθια περί μικρών Δαρβίνων, αντιθέτως, Προμηθείς είναι οι άνθρωποι πολλές φορές, αλλά και ψηφοφόρος των Δημοκρατικών πιθανότατα, ο Auster, liberal πολίτης σ’ έναν πλανήτη liberal, τον πλανήτη Νέα Υόρκη δηλαδή, ανήκει στην κατηγορία των συγγραφέων που το ταλέντο τους στο γράψιμο σχετίζεται με το κατόρθωμα να αποδώσεις στο χαρτί όλες εκείνες τις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής οι οποίες διαφεύγουν της προσοχής πλείστων αλλά συγκινούν ακόμα περισσότερους όταν κάποιος τις αναδείξει μέσα στην συγκλονιστική τους απλότητα. Κανενός η μύτη δεν είναι ίδια, ούτε το φτέρνισμα, συγγραφέας της κατηγορίας του Auster θα πει ευαισθησία και οξυδέρκεια στην προσέγγιση ενός θέματος και απλότητα στην γραφή.

Οι ιστορίες του Auster είναι ιστορίες του άστεως· ισχυρίζονται πολλοί μάλιστα πως οι δημιουργοί οι οποίοι καταφέρνουν να ανατέμνουν άριστα τα σύγχρονα κοινωνικά-υπαρξιακά προβλήματα είναι πια πρωτίστως οι συγγραφείς νουάρ ιστοριών στις οποίες εμπλέκονται ντετέκτιβ, απ’ όσους δημιουργούς μοχθούν με την λησμονημένη τέχνη του μυθιστορήματος τουλάχιστον , τέχνη παραμελημένη, περιφρόνηση που είναι μάλλον περισσότερο απότοκο ιδεολογίας παρά λογικό επακόλουθο της ψηφιακής επανάστασης, ενδιαφέρουσα και μακροσκελής κουβέντα αυτή πάντως.

Θέλουμε δεν θέλουμε, το urban frustration είναι το νέο χτυποκάρδι. Τα ρομάντσα και τα μελοδράματα που λάμβαναν χώρα κάποτε σε κήπους και αυλές, το κουβάρι των οποίων ξετυλίγονταν σε δεκάδες σελίδες από χαρτί, έγιναν υπαρξιακά αστικά παζλ που παραμένουν πάντοτε ημιτελή, σαν tag που έγινε στα πεταχτά σε κάποιον γκρι τσιμεντένιο τοίχο στην είσοδο μιας πολυκατοικίας.


ΙΙΙ
Ήταν περίπου τέτοιες μέρες το 2008 όταν ο Paul Auster, μιλώντας στο BBC, δήλωνε το εξής: «ένας φίλος Νεουρκέζος μου έλεγε πρόσφατα πως έβγαλε τα χρήματα του από την τράπεζα και τα έκρυψε κάτω από το κρεβάτι του καθώς έτρεμε τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε πριν από λίγους μήνες».

Έξι χρόνια αργότερα, ταξιδεύοντας στην Γαλλία και την Πολωνία, πριν επισκεφθεί για πρώτη φορά την Ελλάδα, o Auster συναντά παντού ανθρώπους πνιγμένους στη μιζέρια και την απογοήτευση. Ο κόσμος έχει δει και καλύτερες ημέρες θέλει να μας πει ο Auster, το ίδιο και η Αμερική άλλωστε, μιας και ο ίδιος ανέφερε πως η χώρα του είναι τόσο πολωμένη όσο ποτέ άλλοτε έπειτα από το... 1861, όταν και ξεκίνησε δηλαδή ο Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος!

Ακούγοντας τον Αμερικάνο συγγραφέα να μην διστάζει να τραβήξει στα άκρα το επιχείρημα πως η χώρα του ταλανίζεται από τον «πόλεμο» των Ρεπουμπλικάνων εναντίον των Δημοκρατικών, όπως το έθεσε ο ίδιος το ζήτημα, αναρωτιέται κανείς σε πόσα δευτερόλεπτα θα είχε χαρακτηριστεί λαϊκιστής από τη μεγάλη πλειοψηφία του κοινού που τον απόλαυσε στη Στέγη αν ήταν Έλληνας στην καταγωγή, συμπαθούσε τον ΣΥΡΙΖΑ, και η δήλωση του αφορούσε προφανώς το πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας. 

Ρητορικό το ερώτημα, περιττό να το πω.



18.11.14

Paul Aster I

Standily


I

Ο Paul Auster φαίνεται ωραίος τύπος. Διαβάζοντας τα αυτοβιογραφικά του κείμενα, σχηματίζεις εύκολα την άποψη πως τρέφει ιδιαίτερη αγάπη, όχι για την εξουσία ή τις μακαρονάδες, αλλά για τους ανθρώπους, ειδικά δε για τους καθημερινούς ανθρώπους.

Ικανός συγγραφέας, μεγάλος συγγραφέας πάντως δεν είναι, είναι όμως μεγάλος Αμερικάνος συγγραφέας. Ειδική κατηγορία από μόνοι τους, οι μεγάλοι Αμερικάνοι συγγραφείς γράφουν για την Αμερικάνικη πόλη, ταξιδεύουν νοερά στην Αμερικάνικη ενδοχώρα, ανατέμνουν το Αμερικάνικο Όνειρο· κατά συνέπεια, κερδίζουν δύσκολα το βραβείο Nobel. Μικρό το κακό, είπε εμμέσως ο Auster στην πρόσφατη επίσκεψη του στην Αθήνα. 

Αν σκεφτεί κανείς πως οι Αμερικάνοι συγγραφείς για μια σειρά από λόγους, ανάμεσα στους οποίους και το προνόμιο να γράφουν στην παγκόσμια γλώσσα, καταλαμβάνουν με άνεση το μεγαλύτερο μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς του βιβλίου, λογικό είναι οι Ευρωπαίοι να κρατούν επιμόνως το βραβείο Nobel μακριά από τα βουτηγμένα στη Nutella Αμερικάνικα χέρια. Τα βραβεία, όπως και η πρώτη εντύπωση που σχηματίζεις για έναν άνθρωπο άλλωστε, μπορεί να μην αποκαλύπτουν τα πάντα γύρω από ένα ζήτημα, εξιτάρουν ωστόσο την περιέργεια ώστε να σκάψεις βαθύτερα.

Οι μεγάλοι Αμερικάνοι συγγραφείς, οπωσδήποτε λιγότερο εκλεπτυσμένοι στην τέχνη της γραφής συγκρινόμενοι με τους Ευρωπαίους στυλίστες, αναζητούσαν από πάντοτε την Αμερική. Κάθε σπουδαίο Αμερικάνικο μυθιστόρημα επιχείρησε να δημιουργήσει έναν κοινό τόπο για την Αμερική, τόπος ο οποίος θα αποτελούσε το λεξικό της Αμερικάνικης κουλτούρας. Τα περισσότερα Αμερικάνικα μυθιστορήματα, είτε χαρακτηρίζονταν «Νεοϋρκέζικα», είτε road trip που διέσχιζαν την Αμερικάνικη έρημο ενόσω αναζητούσαν το Αμερικάνικο Όνειρο, επιχειρούσαν πάντοτε να κατασκευάσουν μια συνεκτική εικόνα για την Αμερική, το έθνος των πολλών εθνών. 

Καμία απ’ αυτές τις προσπάθειες πάντως δεν εμπόδισε ένα πειραχτήρι σαν τον Μπροντιγιάρ να τολμήσει να θολώσει τα νερά που ξεδιψούν το Αμέρικα, θα έλεγε κανείς πως θέλησε να τους πληρώσει με το ίδιο, επίχρυσο καθότι ευρείας κυκλοφορίας,νόμισμα. Ο Γάλλος ακροβάτης εννοιών και νοημάτων επιχείρησε ένα ακόμη road trip στην Αμερικάνικη ενδοχώρα που οδήγησε, θαρρείς μαθηματικά, σε αβαρή, ελαφρώς ανισόρροπα συμπεράσματα όσον αφορά την ουτοπία της κατασκευής ενός «κοινού τόπου» στην πολυσυλλεκτική Αμερικάνικη κουλτούρα, κατά τα πρότυπα του πάλαι ποτέ American Frontier.

Το ζήτημα της αναζήτησης της Αμερικάνικης ταυτότητας πάντως έγινε ζήτημα οικουμενικό από την στιγμή που ο Μέλβιλ έστειλε τον ήρωα του στην μέση του ωκεανού, τον ομφαλό του πλανήτη Γη, να κυνηγά φάλαινες. Στην πραγματικότητα, η Αμερική εκείνη την στιγμή ξεκίνησε να βάζει τις βάσεις τις μελλοντικής παγκόσμιας κυριαρχίας της. 

Πολύ σύντομα, ο καπετάνιος θα γινόταν πλανητάρχης και οι φάλαινες από κυρίαρχοι των ωκεανών θα γίνονταν μαργαρίνη αλειμμένη στο ψωμί του μέσου Αμερικάνου πολίτη.



3.10.10

Φτύνοντας την αλήθεια: η πόλωση της ροχάλας




Το Sir! No Sir! (2005) είναι ένα Αμερικάνικο ντοκυμαντέρ που εξιστορεί την ιστορία αυτών που δανείστηκαν τη φωνή των Sixties, παρότι βρισκόντουσαν εκεί όπου αυτή η φωνή θεωρητικά δε θα έπρεπε καν να ακούγεται. Το ντοκυμαντέρ εστιάζει στους πεζοναύτες οι οποίοι αντιτάχθηκαν στον πόλεμο του Βιετνάμ, σ’ αυτούς που βρέθηκαν στην εμπροσθοφυλακή μιας Αμερικάνικης τραγωδίας και καταδίκασαν έναν πόλεμο ο οποίος παραμένει το συλλογικό ανάθεμα των Η.Π.Α..

Το λησμονημένο αντίβαρο της πόλωσης: ο καλός πεζοναύτης
 Εκείνο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι πως στο ντοκυμαντέρ δεν παρακολουθούμε μονάχα τις ιστορίες των πολλών πεζοναυτών που γυρνώντας από την κόλαση σχημάτισαν επιτροπές κατά του πολέμου (Veterans against war κτλ) και οργάνωναν διαδηλώσεις και πορείες, κομμάτι όλοι αυτοί του μεγάλου αντιπολεμικού κινήματος της εποχής∙ επιπλέον αφηγείται προσωπικές ιστορίες πεζοναυτών και άλλων στελεχών του στρατού που η ανυπακοή τους κόστισε χρόνια φυλακής και η λιποταξία την ίδια τους τη ζωή, πεζοναυτών στα στρατόπεδα του Βιετνάμ που στην τρέλα του πολέμου απάνω "υπάκουαν" τις διαταγές των ανωτέρων τους, στα "γουρούνια" όπως τους αποκαλούσαν, πετώντας τους χειροβομβίδες (αυτό το "pigs" ως προσωνύμιο των αξιωματικών του στρατού κινείται παράλληλα με το άλλο "pigs", αυτό με το οποίο χιλιάδες φοιτητές αναγνώριζαν τους αστυνόμους∙ το πνεύμα των Sixties με άλλα λόγια, δεν ήταν δυνατόν να σταματήσει έξω από τα Αμερικάνικα στρατόπεδα). 
 Το ντοκυμαντέρ μας είναι χρήσιμο για έναν πολύ απλό λόγο: η οπτική από την οποία παρουσιάζει τα γεγονότα μας δείχνει ένα δρόμο τον οποίο σπάνια κανείς θα πάρει σε μια αναζήτηση που αφορά τη ψηλάφηση του πνεύματος συλλογικότητας εκείνης της εποχής. Πράγματι, οι ιστορικοί ως επί το πλείστον, ειδικά όταν αφηγούνται τα γεγονότα με αφετηρία μία από τις δύο κυρίαρχες πλευρές, είτε δηλαδή από την πλευρά της New Left των φοιτητών αλλά και των ελευθεριακών hippies, είτε από την επίσης παρούσα ρεπουμπλικάνικη, πατριωτική πλευρά (δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, πολλές φορές, σε μια εξέγερση σε κάποιο Αμερικάνικο πανεπιστήμιο αντιστοιχούσε και μια "αντι-εξέγερση" μέσα στο ίδιο πανεπιστήμιο, ενδεικτικό παράδειγμα της πόλωσης είναι φυσικά εκείνη η ανθρώπινη αλυσίδα φοιτητών στο πανεπιστήμιο του [δεν μπορώ να βρω το λινκ] όπου προσπαθούσαν να ανακόψουν την υποστήριξη των καταληψιών εμποδίζοντας τους συμπαθούντες να τους τροφοδοτήσουν με τρόφιμα κτλ) επικεντρώνονται σε μια εικόνα ενός έθνους διχασμένου, μιας κοινωνίας μοιρασμένης στα δύο. 
 Όντως, σε πείσμα των παρελθοντολάγνων δεινόσαυρων που αφηγούνται τα Sixties με ένα ονειρώδες, νοσταλγικό ύφος που περιλαμβάνει μόνο ροκ σεξ και ντρόγκες στη ροκ, η Αμερικάνικη κοινωνία ήταν εντόνως διχασμένη, και φυσικά όχι μόνο στο επίπεδο ρατσιστικός Νότος – liberal Βορράς. Υπήρχαν και τότε νοικοκυραίοι απ’ αυτούς που συγκινούνταν, ίσως, λιγότερο από το φόνο τεσσάρων φοιτητών στο πανεπιστήμιο του Kent, και άλλων δύο στο Jackson State (λησμονημένων σε σχέση με τους τέσσερις λευκούς του Kent), αλλά και άλλων τριών στο South Carolina State (εντελώς λησμονημένους σε σχέση με τις πρώτες δύο περιπτώσεις∙ η πρώτη αφορούσε λευκούς και η δεύτερη αφορούσε έγχρωμους μεν, που όμως δολοφονήθηκαν δέκα μόλις μέρες μετά την πρώτη σφαγή), εν αντιθέσει με τα ισχυρά σοκ των αισθήσεων που δεχόντουσαν κάθε φορά που απλά αντίκρυζαν ένα hippie, ένα freak κτλ.
 Ωστόσο, εδώ προκύπτει το εξής πρόβλημα: εστιάζοντας αποκλειστικά στο πως η Αμερικάνικη κοινωνία διχάστηκε, αγνοούμε μια άλλη αλήθεια την οποία και ανασύρουμε με τη βοήθεια του ντοκυμαντέρ. Αυτή συνίσταται στην παραδοχή πως η συλλογική μνήμη, με τη βοήθεια των ιστορικών, κράτησε στην επιφάνεια μονάχα την κραυγαλέα αντίθεση αγνοώντας τη συνύπαρξη, τη σύμπνοια, τη συλλογικότητα που όμως διαπερνούσε τα όρια των φοιτητικών παρατάξεων, των ελευθεριακών νέων με διάθεση να πειραματιστούν, των liberal Αμερικάνων που δεν ήθελαν άλλο πλέον να κάνουν πως δε βλέπουν τα βάσανα των έγχρωμων, των ομοφυλόφιλων, κτλ. (και είναι και εδώ που χορτάσαμε από ιστορικές καταγραφές∙ στην, κατά τ’ άλλα πάντοτε κολοδεχούμενη, ανάδειξη του πνεύματος συλλογικότητας της εποχής σε μικροκλίμακα).

 Στο ντοκυμαντέρ παρακολουθούμε πως "ανίερες" συμμαχίες σχηματίστηκαν με πρώην πεζοναύτες και φοιτητές στην οργάνωση της αντιπολεμικής εκστρατείας. Παρακολουθούμε επίσης τους πεζοναύτες που ετοιμάζονταν να βρεθούν στη πρώτη γραμμή του πολέμου να ενθουσιάζονται (“thousands of guys and women with their fists in the air who were active-duty military personnel”) με την αντιπολεμική σάτιρα του θίασου των Fred Gardner, Jane Fonda, Donald Sutherland, στο Free The Army tour∙ ένας αντιπολεμικός θίασος αρνητών της ακλόνητης αλήθειας της Αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής, σε μια σάτιρα που βρήκε το κοινό της μέσα στα ίδια τα στρατόπεδα.[1] Το 1971, όταν και επιχείρησαν τουρ σε Ασιατικές χώρες όπου στρατοπέδευαν Αμερικάνοι στρατιώτες (Ιαπωνία, Φιλιπίννες κτλ), συνολικά περί τις 60.000 χιλιάδες πεζοναύτες παρακολούθησαν το πρόγραμμα τους! Ήδη μέσα στους κόλπους του Αμερικάνικου στρατού είχε σχηματισθεί το American Servicemen’s Union, ενώ κατά την διάρκεια του πολέμου εκδόθηκαν περί τις 300 (!) εφημερίδες από ενεργά μέλη του Αμερικάνικου στρατού. 
 Η αντίθεση στον πόλεμο και η διαμαρτυρία δηλαδή, δεν έμεινε μόνο στα κατελλειμένα πανεπιστήμια και στους δρόμους των Αμερικάνικων μεγαλουπόλεων. Έφτασε μέχρι την καρδιά του πολεμοχαρούς Αμερικάνικου θηρίου και απελευθερώθηκε με τη βοήθεια της σάτιρας∙ διασκέδασης δηλαδή, αλλά σε μια εκ διαμέτρου αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτήν του περιοδεύοντα θίασου του Bob Hope ή από τα κουνελάκια του Playboy όπως τα συναντούμε στο Apocalypse Now (1979) του Francis Ford Coppola.
 Έχει μεγάλη σημασία, νομίζω, να αναδείξουμε τη λησμονημένη από τη συλλογική μνήμη πτυχή μιας πραγματικότητας που καταπλακώθηκε στο πέρασμα του χρόνου από μια άλλη, την "προφανή" εκδοχή της πραγματικότητας που αποδίδει τη μεγάλη πόλωση που διέτρεχε την Αμερικάνικη κοινωνία, μαι πραγματικότητα η οποία σφυρηλατήθηκε κιόλας από διάφορα μυθεύματα. Ένα απ’ αυτά αναφέρει στην ταινία ο Jerry Lembcke, συγγραφέας του The Spitting Image: Myth, Memory and the Legacy of Vietnam (1998). 

Ο μύθος της ροχάλας.
 Ο Lembcke αναλύει πως λίγα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, άρχισε να κυκλοφορεί ευρέως το μύθευμα που ήθελε νέους και νέες  να "υποδέχονται" στα αεροδρόμια της χώρας τους πεζοναύτες που γυρνούσαν από το Βιετνάμ, με ροχάλες και ιαχές του τύπου "baby killer". Ξαφνικά λοιπόν, το θέμα άρχισε να τίθεται ως εξής στο συλλογικό κουβεντολόϊ: “τι κακός ο πόλεμος του Βιετνάμ, χάσαμε κιόλας, αλλά τι έφταιγαν και οι στρατιώτες, αυτοί οι ίδιοι που βιώσαν τη φρίκη του πολέμου πιο πολύ απ’ όλους, να τους φέρονται έτσι κάποιοι αλήτες;” 

 Η φωτό μοιάζει να είναι η ιδανική. Η κοπέλα, hippie θα τη λέγαμε, με τα μακριά της μπουκλέ μαλλιά και τα μεγάλα μυωπικά γυαλιά, ενσαρκώνει ιδανικά την στερεοτυπική εικόνα για τις άπλυτες φεμινίστριες που έλεγαν πολλά, ζητούσαν ακόμα περισσότερα, και δεν έκαναν και τίποτα της προκοπής στη ζωή τους. Αυτές ήταν οι κακές hippies, οι αμετανόητες. Οι μετανοημένες δεν μπορεί παρά να μοιάζουν στην "εποχιακή", προβληματική hippie όπως αυτή απεικονίζεται στο αλησμονήτου κομφορμιστικού ήθους, συμμάζεμα της ριζοσπαστικότητας (η οποία φιλτράρεται μέσα από τα μάτια ενός "αθώου χαζούλη", ή αλλιώς, της σιωπηλής (η μάζα έχει πάντα δίκιο) πλειοφηφίας), Forrest Gump (1994). 
 Μιλώντας για το Hollywood, ήταν αυτό το ίδιο που ανέλαβε τα ηνία στην κατασκευή μιας, όσο το δυνατόν, πιο άγριας εικόνας αυτού του, μάλλον ολότελα ανύπαρκτου, δράματος, όπως μας πληροφορεί ο Lembcke.[2] Ο John Rambo, στην τελευταία σκηνή της πρώτης του περιπέτειας στη μεγάλη οθόνη, δίνει ρέστα. Βρισκόμαστε στα 1982 και ο μύθος εδραιώνεται για τα καλά. Αναπαράγοντας (ή μήπως εγκαθιδρύοντας;) το μύθο όπως είχε αρχίσει δειλά δειλά να κάνει την εμφάνιση του, ο πρασινομπερές Rambo, ξεσπάει  αναρωτόμενος γιατί τον έφτυναν στο αεροδρόμιο και τον αποκαλούσαν φονιά μωρών όταν γύρισε στην πατρίδα.
 Στο δράμα του Rambo, συμμετέχει και ο θεατής. Αφού επί μιάμιση ώρα παρακολουθεί τα βάσανα και την κακομεταχείριση - όχι από hippies πάντως - του ήρωα, δεν μπορεί παρά να ταυτιστεί μαζί του. Επίσης, δεν είναι δυνατόν να μη συναινέσει στο δράμα του, στο δράμα της ροχάλας, σ’ αυτό που δεν είναι ένα απλό παράπονο αλλά ένα δριμύ κατηγορώ ενάντια σ’ αυτούς που “δεν κατάλαβαν τι πάει να πει πόλεμος και δεν έχουν δικαίωμα να τον κατηγορούν.” Ο αόρατος διαμαρτυρόμενος hippie-διαδηλωτής, μιας και δεν εμφανίζεται πουθενά στην ταινία, γίνεται συνένοχος του μοχθηρού μπάτσου που ταλαιπωρεί τον Rambo, μάλλον γιατί φθονεί την σκληράδα του. 
 Ο Rambo κατηγορείται από τους διαδηλωτές για τη σκληρότητα του την ίδια ακριβώς που φθονεί ο κακός μπάτσος. Κι αν τα κίνητρα του δεύτερου έχουν μια λογική, αυτήν με την οποία κατανοούμε τις ανθρώπινες πράξεις, τις οποίες άλλοτε συγχωρούμε και άλλοτε όχι, τα κίνητρα των πρώτων παραμένουν ακατανόητα. Στην ουσία, μένει να αιωρείται στον αέρα η φράση του Rambo ως ένδειξη της θέσης που πρέπει να καταλαμβάνουν στην όλη ιστορία οι αρνητές του: “who are they to protest me?”

Το ασήκωτο βάρος της πόλωσης: ο κακομαθημένος hippie
 Οι "αλήτες" που υποτίθεται πως εξαπέλυαν ροχάλες, δεν έπρεπε να έχουν καμία θέση, πουθενά. Άλλωστε, “δεν καταλάβαιναν από τέτοια πράγματα.” Αυτή η θεώρηση μοιάζει να είναι αρκούντως βολική για τους αφηγητές της παραπλάνησης. Έτσι απλά μπορεί να καταποντιστεί η όποια προσπάθεια έγινε τότε να συμπαρασταθούν οι διαμαρτυρόμενοι στους μάχιμους στρατιώτες, προσπάθεια που έγινε, και μάλιστα ευδοκίμησε σε πολλές περιπτώσεις. Αν δεχτούμε μια τέτοια ψευδεπίγραφη θεώρηση των πραγμάτων, τότε δεν μπορούμε παρά να συναινέσουμε στην παραδοχή πως εκείνα τα καλόπαιδα, οι διαδηλωτές, έπαιζαν κάποιο παιχνίδι του τύπου, "πως θα την σπάσω στους μεγάλους" ή "πως θα επαναστατήσω απέναντι στη γονεϊκή εξουσία για δύο καλοκαίρια."
 Είναι πολλοί στην Αμερική, που συμψηφίζουν τη διαμαρτυρία της εποχής με ανώφελα παιχνιδίσματα καλοβαλμένων, κακομαθημένων νέων. Αυτή η κουβέντα αφορά φυσικά σ’ ένα πρώτο επίπεδο, απουσιάζει προφανώς μια πιο ενδελεχή ματιά στο τι συνέβη πραγματικά στα Sixties, και κατά συνέπεια αποτελεί είτε μια δημοσιογραφική καταγραφή προς ευρεία κατανάλωση, είτε φυσικά ρητορική της δεξιάς. 
 Αυτό που έχει σημασία ωστόσο, είναι πως ακόμα και σε αυτό το επίπεδο, η πιθανότητα νέοι σαν κι αυτούς να αποτελούσαν και μέρος του ανθρώπινου δυναμικού του στρατού, σε ένα κάποιο ποσοστό φυσικά, δε θα μπορούσε να συνταιριάξει με τη γενική, λεκιασμένη, εικόνα. Οπότε, λίγη ροχάλα, να λεκιάσει την εικόνα λιγάκι παραπάνω, έμοιαζε επιβεβλημένη. Για το καλό της Αμερικής.


photos: http://www.sirnosir.com/archives_and_resources/galleries/galleries_construction.html



[1]Το Free The Army tour έγινε και ταινία από την Francine Parker (FTA, 1972), ταινία που "εξαφανίστηκε" για πολλά χρόνια. http://www.boston.com/bostonglobe/obituaries/articles/2007/11/20/francine_parker_directed_controversial_fta/

[2] Δεν θα είχε και πολύ νόημα να ψάξει κανείς για μια, ή δύο, ή και έξι ακόμα, περιπτώσεις φτυσιμάτων ώστε να αποδείξει το αντίθετο από τα λεγόμενα του Lembcke. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι αν πραγματικά συνέβη ένα τέτοιο περιστατικό αλλά πως ένας μύθος, μύθος βολικός, σάρωσε την επικράτεια της συλλογικής μνήμης αλλοιώνοντας τη άπαξ και διά παντός.