21.5.11

Στους Δελφούς

Λίγο έξω από τους Δελφούς, τους αρχαίους, θα συναντήσεις ένα ιπτάμενο ον...

...καθώς και δυο προσφιλή σε μας, του κλεινόν άστεως τα πλάσματα, ζωάκια
ωχ... νάτο πάλι, εντός του μουσείου αυτή τη φορά, με ημερομηνία γέννησης κανά διχίλιαρο -και βάλε- χρόνια πριν
...νάτες κι αυτές, κομματάκι πιο αγριεμένες



Το κόκκινο, το χρώμα, έχει τη δική του ιστορία (σημασία)

Μια στιγμή αμηχανίας (για ένα παιδί της πόλης)
Αγαπημένη μου Σφίγγα...
Ο Αντίνοος ζει
Ούτε η Νέα Υόρκη τέτοια ποικιλία, τι πράμα και τούτο
Θέα και δε συμμαζεύεται / δίχως άλλο, ήξεραν που πήγαν και την έκαναν τη φάση του ομφαλού της Γης








 

18.5.11

Πάσχως


Gilbert Garcin - La condition humaine

 Θυμάμαι, πάνε χρόνια τώρα, στο Γυμνάσιο πήγαινα, μια ατάκα του Αλέκου του Αλεξανδρή. Είχε κερδίσει που λέτε ο Ολυμπιακός την Παναχαϊκή μέσα στην Πάτρα με τους Πατρινούς όμως να διαμαρτύρονται για τη διαιτησία κτλ κτλ (βλ. Κοκκαλιστάν).

 Λίγο μετά τον αγώνα το λοιπόν, αναψοκοκκινισμένος καθώς ήταν ο παίκτης που είχε αναπτύξει τη πιο έντονη ερωτική σχέση με το δοκάρι που εγώ τουλάχιστον θυμάμαι, είχε δηλώσει κάτι του τύπου... «Δε μας αφήνουν ήσυχους κι αυτοί που όλο διαμαρτύρονται και κλαίγονται σαν τους άλλους που που μας λένε και μας ξαναλένε για τα παιδάκια της Αφρικής που δεν έχουν να φάνε...»

 Η δήλωση εκείνη καταγράφηκε στη συλλογική μνήμη των φιλάθλων ως μια κοτσάνα ενός ηλιθίου (ίσως και εκείνη η ιστορία με τα δοκάρια να έπαιξε ρόλο).

 Αρκετά χρόνια μετά συναντώ ξανά τα «παιδάκια της Αφρικής». Αυτή τη φορά τα συναντώ σε γραπτό κείμενο του Πάσχου Μανδραβέλη. Ένα κείμενο «λαμπρό» - για κάποιους - που επιλέχθηκε να «φωτίσει» τα μυαλά δεκάδων χιλιάδων νεανίων που επιθυμούν την είσοδο  τους σε κάποιο πανεπιστήμιο στη χώρα. 

Το κείμενο αραδιάζει διάφορες μαλακίες στο γνωστό καφενειακό και τεμπέλικο ύφος (όταν ο ίδιος το επιλέγει) του βαρετού προβοκάτορα Πάσχου μα εμένα με ενδιαφέρουν τα «παιδάκια της Αφρικής» (και μόνο).

 Το παράδειγμα του με τα «παιδάκια της Αφρικής» έχει ως εξής... κάποιοι κολλημένοι διαμαρτύρονται μονίμως για το οτιδήποτε συμβαίνει, π.χ. γκρινιάζουν στο άκουσμα μιας νέας επιστημονικής ανακάλυψης ή ενός νέου φαρμάκου κτλ φέρνοντας μονίμως ως παράδειγμα την αναλγησία όλων όσον αφορά το τάϊσμα και την περίθαλψη των πεινασμένων παιδιών της Αφρικής.

 Ομολογώ μου έχει τύχει και εμένα να συζητώ με κάποιον από τα αριστερά για τον καιρό στο Άμστερνταμ και εκείνος να μου λέει για τα «παιδάκια της Αφρικής». Καμιά φορά με έκανε να σκεφτώ πως ίσως και να ήταν ηλίθιος ο συνομιλητής μου. Τώρα όμως σκέφτομαι πως ο Πάσχος είναι κι αυτός ηλίθιος. Επίσης, είναι και ηθικά ανάλγητος (ο από τα αριστερά  δεν είναι). 

 Είναι τέρας γιατί τα παιδιά της Αφρικής δεν είναι κούκλες ούτε τεχνολογικά γκάτζετ. Αυτή τη στιγμή που γράφω ζουν και αναπνέουν (όσο μπορούν) κάπου μακριά από μας. Είναι δηλαδή ανθρώπινα όντα. Στο παράδειγμα του Πάσχου δεν είναι∙ είναι άυλα όντα. Είναι τρεις λέξεις σε εισαγωγικά.

 Επιπλέον, ο Πάσχος είναι κυνικός∙ ένας κυνικός ηλίθιος. Η κυνικότητα που αποπνέουν τα λόγια του, και η οποία επιβραβεύτηκε από την επιτροπή επιλογής θεμάτων για τις Πανελλήνιες, τρομάζει. Ίσως να σκέφτηκαν, αυτοί οι «σοφοί», πως τα παιδιά που θα κληθούν να συλλογιστούν πάνω στις σκέψεις του Πάσχου είναι εξίσου κυνικά. Ίσως απλά να κοιτάχτηκαν στους καθρέπτες τους πριν να αποφασίσουν.

 Ίσως, τέλος, να ζούμε σε καιρούς κυνικούς. 

 Αυτό διαφέρει από τη διαπίστωση του Ζίζεκ πως ζούμε σε καιρούς που απαιτούν να έχεις γερό στομάχι για να τα βγάλεις πέρα. Μου αρέσουν οι άνθρωποι με γερό στομάχι∙ μπορείς πάντοτε να περιμένεις κάτι απ’ αυτούς στις δύσκολες στιγμές.

 Ο – συνήθως μασκαρεμένος – politically correct κυνισμός ανθρώπων ηλιθίων με μικρό  στομάχι είναι που με τρομάζει.

 Για το βαθμό κυνικότητας των μαθητών της τρίτης λυκείου δε γνωρίζω και πολλά. Σίγουρα όμως, δε θα το έπαιρνα ως δεδομένο. Θα ήταν άλλωστε ανήθικο να το πάρω ως δεδομένο. Θα ήταν ανήθικα κυνικό.





16.5.11

Παζλ

Sergey Ryzhov - Whales











Κοιτώντας στον τοίχο μιας Βυζαντινής εκκλησίας του 11ου αιώνα και συγκεκριμένα εστιάζοντας στο πρόσωπο μιας αγίας των χριστιανών όπως αυτό απεικονίστηκε από χέρι σεβάσμιου αγιογράφου δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς μια Κόρη των αρχαίων χρόνων.

Κι αν νομίζαμε για τόσα χρόνια πως εκείνες οι Κόρες ήταν κατάλευκες ήταν που δε δώσαμε και μεγάλη σημασία όταν κοιτούσαμε - δίχως πραγματικά να βλέπουμε - εκείνες τις αγίες που κοσμούσαν πολύχρωμους βυζαντινούς τοίχους. 

Μπορεί τώρα πια να το γνωρίζουμε στα σίγουρα ότι οι Κόρες κολυμπούσαν στο χρώμα αλλά το θαύμα της τεχνολογίας που μας επέτρεψε αυτή τη μοναδική γνώση θα ήταν απλά ένα κερασάκι σε μια τούρτα αν εμείς αντικρύζαμε την ιστορία όπως οφείλουμε∙ σαν ένα παζλ η κατασκευή του οποίου απαιτεί συνδυαστικές, τολμηρές ερωτήσεις.





15.5.11

Ανοιχτή πληγή


yannis kafkas - open wound 04
 
Ο Γιάννης Καυκάς είναι φίλος ανθρώπων που εκτιμώ και τους οποίους γνωρίζω λιγάκι. Τον ίδιο τον είχα συναντήσει κάποιες λίγες φορές μέσα στα χρόνια.

Το γνώρισα ως φωτογράφο που ψάχνει να βρει τη φάση του και τον τοποθέτησα σχετικά γρήγορα μεταξύ εκείνων των ανθρώπων στους οποίους η καλλιτεχνική έκφραση δεν είναι δικαίωμα αλλά (εσωτερική) ανάγκη.

Οι φωτογραφίες του μου άρεσαν μιας και στο Γιάννη αρέσουν «οι δρόμοι», όπως και σε μένα άλλωστε. Είχα συνοδεύσει ένα παλιό ποστάκι με μία φωτό του την οποία και είχα ξεχωρίσει περισσότερο.

Χαζεύοντας παλαιότερα το μπλογκ του είχα σταματήσει στις φωτογραφίες που είχε τραβήξει στην Κίνα. Θυμήθηκα, τότε, μια τυχαία συνάντηση μαζί του σε ένα μπαρ της Αθήνας. Ήθελε να πάρει το τρένο της μεγάλης φυγής, τον υπερσιβηρικό, μα δεν έβρισκε άτομο να το τολμήσει μαζί του. Είχε αναγκαστεί να συμβιβαστεί με εκείνο το ταξίδι στην Κίνα, πιο εύκολο και λιγότερο επικίνδυνο από το πρώτο. Θυμάμαι πως προς στιγμήν θέλησα να προσφερθώ μα η αλήθεια ήταν πως μέσα μου γνώριζα πως δεν ήμουν αρκετά ώριμος για κάτι τέτοιο. Ντράπηκα και δεν του είπα τίποτα.


Γιάννη περαστικά.



[Δε νοιώθω πολύ άνετα που έγραψα αυτό το ποστ. Η αλήθεια είναι όμως πως δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Η είδηση του βαρύτατου τραυματισμού του ήταν μία από εκείνες τις στιγμές.]






27.4.11

εμποροπανήγυρις

Antony Gormley

 Στην αρχή, όλα έδειχναν ιδανικά. Η στάχτη στα μάτια που πετάχτηκε σε ανθρώπους του τύπου «ψηφοφόρος του Καμίνη και του Μπουτάρη» ήταν η καύση των νεκρών. Μια καλοδεχούμενη νομοθετική ρύθμιση που πολλοί υποδέχτηκαν με χαμόγελο, και πολύ καλά έκαναν. Από το να μου πολτοποιήσουν τα κοκκαλάκια, πιο καλά να στείλεις ένα φιλαράκι να αδειάσει τις στάχτες σου σε εκείνο το σημείο στο οποίο έκανε τη τελευταία του βουτιά θανάτου ο βασιλιάς Αιγέας βαπτίζοντας με το θάνατο του το ατελείωτο γαλάζιο που εκτείνεται μπροστά σου όταν στέκεσαι στο ακρωτήρι του Σούνιου. Αρκεί φυσικά να μην στείλεις ένα φιλαράκι το οποίο θα προσπαθήσει να μιμηθεί τον Walter στο The Big Lebowski (1998). Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, ιστορία κεφιού. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία θανατικού.  

 Στην αρχή, επαναλαμβάνω, όλα εμοιαζαν ιδανικά... έως ότου να πέσει, φυσικά, στα κεφάλια μας η σκληρή πραγματικότητα. Αυτή που θέλει τη χώρα ένα πειραματικό εργαστήριο. Μπορείς να τη βγάλεις με σύνταξη 440 ευρώ και το εισιτήριο του μετρό 1.40;... και αναρίθμητα άλλα φυσικά. Πειραματικό εργαστήριο η Ελλάς; Δε θέλει και πολύ περισυλλογή, πρόκειται περί μιας ανείπωτης αλήθειας. Πάνω στα ερείπια που μόλις έχουν αρχίσει να ξεπροβάλλουν πίσω από το ατελείωτο γκρι τσιμέντο της πόλης θα τεθούν αμείλικτα ερωτήματα. Δεν πρόκειται περί εκβιασμού∙ πρόκειται περί μιας φάρσας με το στοιχείο του τραγικού να κυριαρχεί. Όποιος ξεχνά να κάνει τους απαραίτητους συσχετισμούς μεταξύ της κατάστασης μιας χώρας χρεωκοπημένης που θα κληθεί κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον να διαχειριστεί μια εξαιρετικά επίπονη κατάσταση και την επιζητούμενη κοινωνική συναίνεση για θέματα ευαίσθητα (όχι για όλους, σύμφωνοι), ψεύδεται ασύστολα. Εκτός κι αν το θέμα δεν έχει να κάνει καθόλου με μια κάποια κοινωνική συναίνεση οπότε το όλο θέμα τίθεται απλά ως εξής: You'll do what you're told!

... Έτσι λοιπόν, μας ανακοινώθηκε μια μέρα πως λίγο πριν οι στάχτες μου σταλούν μια για πάντα στο ατελείωτο γαλάζιο του αγαπημένου Αιγαίου Πελάγους, θα έχουν πιάσει τόπο! Όχι οι στάχτες μου... το γυαλιστερό μου συκώτι!! Τα πεντακάθαρα πνευμόνια μου! Η νεανική και ατίθαση καρδιά μου! Και ότι άλλο βρούνε καθαρό κει μέσα, στην επιφάνεια των πραγμάτων που κρύβει το άλυτο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης.

 Στην επιφάνεια των πραγμάτων, στο κορμί μου απάνω, θα στηθεί μια μεγάλη  εμποροπανήγυρις, μια γορτή των καινοτόμων. Η μεγάλη γιορτή των καινoτόμων.

  Όσο η Ρουμανία θα συνεχίσει να εξάγει ζωντανή σάρκα για να καλύψει τις ηδονικές ανάγκες της Ευρώπης σχετικά με τη χαρτογράφηση του ανθρώπινου σώματος σε οριζόντια θέση πάνω στο κρεβάτι η Ελλάδα θα μπει δυναμικά στο προσκήνιο προσφέροντας τις ιδανικές συνθήκες για τη χαρτογράφηση του - νεκρού αυτή τη φορά - ανθρώπινου σώματος σε οριζόντια θέση πάνω στο νοσοκομειακό κρεβάτι καλύπτοντας -ξανά!- (και) ηδονικές ανάγκες. Αναφέρομαι στην ηδονή της αθανασίας. Την κατασκευάζει ψευδαισθητικά ο καπιταλισμός, καταναλώνει τη ψευδαίσθηση ο καταναλωτής.

 Εκεί... πάνω από το ξεψυχισμένο μου πτώμα, ούτε είκοσι δεύτερα πριν η καρδιά μου σταματήσει να ριγά, βλέμματα αρπακτικά και νυστέρια κοφτερά θα εξάγουν «φαΐ», θα δημιουργήσουν πλεόνασμα. 

 Φτιάξε προσφορά, θα ‘ρθει και η ζήτηση! 

--+--

 Το τραγικό της ιστορίας αυτής είναι ότι η μεταμόσχευση σαν ιδέα όχι απλά με συναρπάζει, αλλά τη βρίσκω σχεδόν μαγική. Να χαρίζεις ζωή σε έναν κάποιον άγνωστο σε εσένα (και τι καλά που αυτός είναι άγνωστος! Κάνει τη χαρά διπλή...) άνθρωπο που υποφέρει. Σε κάποιον που περιμένει να ζήσει τη ζωή του αφότου κάποιος καλός άνθρωπος τύχει να τον σκεφτεί, αυτόν και την ανάγκη του. Να δώσω κομμάτι από τη σάρκα μου, κάτι που δε χρειάζομαι πια, ώστε να αναγεννήσω ένα άλλο φλογερό κορμί, κορμί που φλέγεται από επιθυμία για να ζήσει. Όσο πιο πολύ∙ όσο έντονα αυτός ο ίδιος γουστάρει.

 Η μεταμόσχευση είναι η επιστήμη της ιατρικής στην καλύτερη της φόρμα. Γι’ αυτόν που έμαθε στο σύντομο χρόνο της μιας ζωής πως «να δίνεται»* (με γενναιοδωρία, με τόλμη, με πάθος, με ήθος, με μέτρο, με περηφάνια και ταπεινότητα μαζί, με αρχοντιά και μαγκιά), γι’ αυτόν που λάτρεψε τις στιγμές που προσέφερε στον άλλον τον εαυτό του ολόκληρο (τα χέρια, τα πόδια, την ανδρική του περηφάνια, το χαμόγελο του, την πίκρα του, το πάθος του, την αθωότητα του, τη γλυκύτητα του, τα χρήματα του, το σπιτικό του...), γι’ αυτόν που κρατώντας για την πάρτη του μονάχα το έκκεντρο σημείο που διατάσσει την επιβίωση και το οποίο βρίσκεται κάπου μέσα του και ονομάζεται Σκέψη (αυτή που δε σε αφήνει γυμνό μπροστά στα προτάγματα του Πλάτωνα∙ αυτή που δε σε παρατά στις όχθες της λησμονιάς των αγεωμέτρητων) είναι τιμή, όχι μόνο χαρά, να μοιράσει το εντός του. Να σπείρει ζωές.

 Μονάχα όμως αν αυτός το επιθυμεί. Δεν είναι αστεία πράγματα αυτά. Η δική «μου» επιθυμία δε θεσμοποιείται έτσι απλά. Δε θεσμοποιείται γιατί είναι μια σφοδρή επιθυμία. Γιατί άλλωστε πιο σφοδρή επιθυμία από το να χαρίσεις ζωή δεν υπάρχει (ίσως υπάρχει: να αφαιρέσεις μια ζωή). 

 Ένα τέτοιο θέμα, είναι ολοφάνερο, σχετίζεται με την εμπιστοσύνη∙ εκεί που εκείνη απουσιάζει εκκωφαντικά συναντάμε την «εικαζόμενη συναίνεση». 





*[…] «η χαρά του να θυσιάζεσαι για τον άλλο ήταν από κτίσεως κόσμου η συνοδός εμπειρία όλων των ερωτικών πυρετών. Μόνον η μεταγενέστερη λεπτότητα ορισμένων διατυπώσεων μας έδειξε ότι ο έρωτας αντανακλούσε την έφεση προς έναν κόσμο πρωταρχικής ενότητας, όπου το Εγώ ήταν εξ υποθέσεως παρείσακτο», του Ευγένιου Αρανίτση, 01/05/2005. http://archive.enet.gr/online/online_print?id=80558512








20.4.11

μιζέρια* (η)



 Το άλυτο προαιώνιο μυστήριο της εξίσωσης της μιζέριας δύναται να λυθεί έπειτα από μια αναγκαστική επίσκεψη σ’ ενα Carrefour (επίσκεψη απογευματινή, περίπου την ώρα που πέφτει το σούρουπο). Αυτό ίσως να συμβεί αν την ώρα της επίσκεψης τύχει να συναντήσεις - μεταξύ άλλων ανωνύμων και αοράτων - τους εξής πελάτες:

1) Thirty-something σχετικά εμφανίσημο νεαρό με αξυρισιά τριών-τεσσάρων ημερών να ψωνίζει χωρίς να κρατά πλαστικό καλάθι στα χέρια του. Αγοράζει μονάχα ένα (φθηνό) υλικό αγαθό έχοντας έως τότε δηλητηριάσει ολόκληρο το χώρο με βλέμματα σκιώδους απόγνωσης και οργής. Μοιάζει λίγο χαμένος, αρκετά συνοφρυωμένος, πολύ άφραγκος. Είναι - αναμφίβολα - ο νέος του Ελληνικού αύριο.

2) Πενηντάρη κύριο με πρόχειρη αθλητική τσάντα φορεμένη, θαρρείς με το ζόρι, στην πλάτη. Πάνω απ’ αυτήν βρίσκεται ένα φθηνιάρικο ανοιξιάτικο μπουφανάκι χρώματος μπλε. Το παντελόνι, υφασμάτινο και αξιοπρεπώς μπαμπαδίστικο, είναι το μόνο που θυμίζει τον παλιό καλό του εαυτό (μαζί με τα ροδαλά κόκκινα μάγουλα του). Το βλέμμα του όμως τον προδίδει∙ το ίδιο και η στάση του σώματος όταν, στο ταμείο μπροστά πια, τσεκάρει -πιθανότατα για πολλοστή φορά – το χαρτί με τα ψώνια. Είναι πασιφανές: δεν κοιτά να δει αν ξέχασε να αγοράσει κάτι που του ζήτησε η γυναίκα του∙ αντίθετα, αντικρύζει τα όρια του. Βλέπετε, μόνο η μια όψη της σελίδας ήταν συμπληρωμένη∙ η άλλη ήταν άδεια από μελάνη. Η πίσω όψη της σελίδας είναι αναμφίβολα το μέλλον αυτού και της οικογένειας του. Η νεκρική σιωπή ενός χλωμού και άτονου ατελείωτου λευκού που διακόπτεται βίαια από οριζόντιες γραμμές (σαν να αναποδογύρισε ο ουρανός και οι αστραπές ξεκινούν πια από αλλού).

 Μέσα σ’ όλα αυτά, μια ξανθιά φοιτήτρια με κάπως ευγενική - αν και λιγάκι συνηθισμένη - φυσιογνωμία, τέμνει την διαμορφωθείσα κατάσταση σαν άλλο ακονισμένο μαχαίρι παλαιάς κοπής από βαρύ χέρι χασάπη (κρεοπωλείου, ουχί σουπερμάρκετ).  Είναι αυτή που δηλώνει  - μ’ ένα βλέμμα, μια κραυγή - την ειδοποιό διαφορά του χθες από το τώρα (αλλά και από το αύριο). Βλέπετε, συνήθιζε να μένει λίγο πολύ ανεπηρέαστη όταν βρισκόταν σε ανάλογες καταστάσεις. Όχι πια∙ τώρα τρέμει. Ίσως και να φοβάται για κάποιον μακρινό ξάδελφο της. Ίσως και για ένα παλιό της αγόρι που έχει να ακούσει νέα του καιρό, ήταν όμως από πάντοτε κομματάκι ελαφρόμυαλο αγόρι, σ’ αυτό συμφωνούσαν όλοι, εχθροί και φίλοι. Όπως και να ‘χει, η προσφιλή σε μας αυτή ξανθιά αποτελεί μια τραγική φιγούρα. Το χαμόγελο της δεν αντιστοιχεί κάπου, το έφαγε η νοσταλγία.

 Τέλος, οι δύο υπάλληλοι που στέκονται όρθιοι στα ταμεία του καταστήματος. Θα ήθελαν να βρίσκονταν κάπου αλλού. Αποτελούν τη νοητή γραμμή που ενώνει τη μιζέρια της προς ΔΝΤ εποχής με τη μετά τον όλεθρο του ερχομού του, εποχή του θανάτου (πήγε από μιζέρια θα λένε). Ναι, η μιζέρια υπήρχε από πάντοτε, ας μη ξεγελιόμαστε τόσο εύκολα.

Τώρα όμως σου κόβει το αίμα.



Μιζέρια (η) {χωρ.γεν. πληθ.} (εκφραστ.) 1. η μεγάλη φτώχεια, το χαμηλό βιωτικό επίπεδο: ζει μέσα στη ~ και την ανέχεια ΣΥΝ. αθλιότητα, κακομοιριά 2. (συνεκδ.) ο οικονομικός μαρασμός, η στασιμότητα της οικονομικής δραστηριότητας ΣΥΝ. Κεσάτια, ύφεση, αναδουλειά || Μπαμπινιώτης.







19.4.11

a difference

Merrik Angle









 

''Who am I to evaluate anything/anyone!?'' Miltos wondered.

''I only depict and then I make sense'' he strongly believed.

''Evaluation is a technique designed for statistical programmes generating crippled individuals; it is made for/used by corporate managers'' Miltos said. ''On the other hand, making sense of things is for teachers and pedagogues'' he added.

''The former is for society; the latter for humanity'' Miltos concluded.