11.6.12

εκλογές




Προεκλογικά
η βόλτα μου ξεκίνησε με ένα ταξίδι στο χρόνο. Στου Παπάγου τα στενά, δύο κοπελίτσες βαμμένες μέχρι τα μακριά τους νύχια ζητούν οικονομική ενίσχυση για την πενταήμερη. Πωλούν κάτι τουριστικούς οδηγούς του τύπου ότι να ‘ναι. Λίγο πιο κάτω, ένα καγκουράκος που κάνει την ίδια δουλειά με παίρνει από πίσω φωνάζοντας «ένας καφές είναι μόνο», κι αναφερόμενος φυσικά στο πεντάευρο που ήδη λαχταρούσε στην τσέπη του. (Η πενταήμερη ήταν ιερός σκοπός τον καιρό προ των αστέγων της Σταδίου.) Επιμένει όσο το επιτρέπει το νεαρό της ηλικίας του, δηλαδή πολύ. Σκιάζομαι κάπως από τα σαλάκια που εκτοξεύονται από το στόμα του ιδαίτερα βραχύβιου δεκαεπτάχρονου ενόσω παρατηρώ με την άκρη του ματιού... πως δύο κυρίες άνω των εξήντα που φορούν παλαιομόδιτικα ταγιέρ και ψηφίζουν παραδοσιακά Ν.Δ. χαμογελούν συνομωτικά καθώς αρνούνται ευγενικά: «πόσο τα κακομάθαμε τα παλιόπαιδα» σκέφτονται. Περιδιαβαίνω μια συνοικία, γεμάτη μονοκατοικίες με κήπους με τριαντάφυλλα, που απολαμβάνεις να διασχίζεις· ο Υμηττός λίγο πιο πάνω σου θυμίζει την αρχέγονη ομορφιά της ταλαίπωρης πόλης της Αθήνας. Στις εκβολές του Ιλισσού ονειρεύομαι την Αθήνα με γάργαρο νερό να διασχίζει τη θλίψη μας, ένα ακόμη όνειρο ανοιξιάτικης νυκτός βέβαια. Ένας γέρος, συνταξιούχος καραβανάς μάλλον, περιπολεί στην γειτονιά στα σύνορα με το βουνό (σύμφωνα με άλλους, κάνει απλά την απογευματινή του βόλτα). Αυτός είναι ο Παπάγος· ένα γέρικο πρόσωπο καραβανά που αντικρύζεις με μια κάποια κατανόηση κρατώντας πάντα τις αποστάσεις σου, όπως κάνει άλλωστε και ο ελαφρά συνοφρυωμένος συνταξιούχος μυστακοφόρος περιπατητής. Έξω από το σπίτι του Στυλιανού του μίνι-φούστα συγκεντρώνεται μεγάλο ποσοστό αρνητικής ενέργειας που απελευθερώνεται από τους αρμόδιους για τη φύλαξη του αστυνομικούς. Προσπερνάμε γρήγορα γρήγορα και οδεύουμε προς την έξοδο.

Στην ευρύχωρη γειτονιά της Νέας Σμύρνης (εκεί που δεν σε ταλαιπωρεί η θέα ογκωδών επταώροφων πολυκατοικιών καθότι, παραδόξως για την πρωτεύουσα, όλα μοιάζουν κάπως τακτοποιημένα, χωροταξικά μιλώντας, αλλά και όχι μόνο), προσγειώνομαι στο 2012 επιστρέφοντας από το ταξίδι στη χρονοκάψουλα του Παπάγου. Μια κυρία γύρω στα σαράντα περπατά προς το μέρος μου, διακρίνω από κάπως μακριά μια κάποια ανησυχία στο πρόσωπο της. Όταν θα βρεθούμε πια σε απόσταση αναπνοής θα μονολογήσει μεν, απευθυνόμενη σε μένα τον περαστικό δε: «Θε μου...ψάχνουν στα σκουπίδια!» Αφού την προσπεράσω, θα βρεθώ πρόσωπο με δυο πρόσωπα που σχηματίστηκαν κάπου στην Ανατολική Ευρώπη. Είναι λίγο μετά τα τριάντα που χρειάστηκε να ψηλαφίσουν σπιθαμή προς σπιθαμή τα σκουπίδια προς αναζήτηση ελπίδας. Είναι εφοδιασμένοι με τσάντες, γάντια, καροτσάκι σουπερμάρκετ. Οι κινήσεις τους βιαστικές, τα βλέμματα αποφασισμένα. Είναι ετοιμοπόλεμοι. Τους προσπερνώ με ήρεμο βήμα ενόσω με τυφλώνει, σαν από μηχανής Θεός, ο Αττικός ήλιος.


Μετεκλογικά...
πια, ξαπόστασα σε ένα παγκάκι. Βρισκόμουν σε έναν τέλειο κύκλο μέσα, μια θάλασσα αυτοκινήτων με περιτριγύριζε. Είχαν κατεύθυνση δική τους, άλλος προς κέντρο τράβαγε κι άλλος προς Κηφισίας. Στην πλατεία εμπρός της Αγιάς Σοφιάς, σε απόσταση αναπνοής από το Πεντάγωνο, βάλθηκα να κλάψω, λιγάκι. 

Το κλάμα ενός νέου είναι θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος όσο ο καημός μιας γιαγιάς είναι οικογενειακή υπόθεση. Περαστικές γκαυλιάρες προσπάθησαν να μετατρέψουν τα δάκρυα μου σε κηλίδες σπέρματος μέσα στο παντελόνι. Απέτυχαν παταγωδώς. Είχα άλλωστε παρέα. Η piazza ανήκει στους τολμηρούς και μόνο: σε μένα και τα ανόθευτα δάκρυα μου, σε δύο Ασιάτες απέναντι που χαζολογούσαν κάπως αμέριμνα (αν υπολογίσει κανείς το χρώμα που απλωνόταν στην επιφάνεια του προσώπου τους σε συνδυασμό με τον τόπο στον οποίο είχαν κυριολεκτικά ξεβραστεί πρόσφατα), σε δύο έφηβες που ανέλυσαν εξαντλητικά τα της Κυριαλένας και του Αλέξη.

...Βέβαια είναι και οι άλλοι. Θυμήθηκα εκείνα τα παιδιά (στα 17-18 περίπου) που βρίσκονταν ένα πάτημα του enter μακριά από τη ψήφο που πλήγωσε το κοινωνικό σώμα (ίσως ανεπανόρθωτα· θα δείξει), λίγα βήματα πίσω από μια κλωτσιά με αρβύλα πάνω σε κώλο μελαμψού μετανάστη Το άνω του πενήντα τοις εκατό ποσοστό ανεργίας στις ηλικίες 18-24 εξηγεί εν μέρει την προτίμηση αυτού του ηλικιακού κομματιού στη νεκροκεφαλή των SS (χαραγμένη σε μια γωνιά της ελληνικής σημαίας). Οι νεαροί αυτοί μόλις έπιασαν δουλειά, ας είναι και σε συμμορία, ας είναι και μονάχα στο φαντασιακό τους (ορισμένες φορές). Απασχολούνται πλέον κάπου, και μάλιστα, αυτό το κάπου υπόσχεται τη δωρεάν διανομή καρτών που ανοίγουν τις πόρτες της βίας. Όπως και το πανεπιστημιακό πάσο ανοίγει τις πόρτες του Μετρό φθηνότερα δηλαδή. Η υπόσχεση της βίας, σαν προσωπικό δώρο του ψυχανώμαλου θεού της ελλάδος, διαδραματίζει, δίχως άλλο, καταλυτικό ρόλο σε μια κοινωνία που καταστέλλεται βιαίως (ομάδα ΔΙ.ΑΣ)· βιάζεται διαρκώς (austerity measures που σβήνουν το φως στο βάθος, μεγάλο βάθος, του τούνελ της κρίσης)· δεν έμαθε να κοντρολάρει τον εαυτό της (συνήθειες επαναστατικής γυμναστικής – συνεχείς ανώδυνες απεργίες  - κατάχρηση της λέξης φασισμός). 

[Υπάρχουν και άλλοι λόγοι που εξηγούν τη ψήφο που σιγοβράστηκε επί διετία στα καζάνια της κρίσης. Διάβασα αλλού και μεταφέρω: 1) έπειτα από την κατάρρευση της Ν.Δ. το μαντρί της δεξιάς απελευθέρωσε λογής λογής σκοτεινά στοιχεία της δεξιάς 2) νομιμοποίηση της ακροδεξιάς ατζέντας μέσω της εκλογικής καμπάνιας του Σαμαρά· των αναίσχυντων «μέτρων» του αλαζονικού-εξουσιολάγνου ΠΑΣΟΚ, βλέπε Λοβέρδος-Χρυσοχοίδης αλλά και όχι μόνο· της πληρωμένης αλητείας των Μ.Μ.Ε.] 

 Τι λέω εγώ· η άνετη επικράτηση στο συλλογικό συνειδητό μιας διάθεσης - σφοδρής επιθυμίας- μανίας για εκδίκηση, ουσιαστικά, όπως αυτή εκφράστηκε μέσω πλατειών, κραυγών για κρεμάλες, σόσιαλ μίντια παροξυσμών εκ του ασφαλούς, όπως αυτή η μανία εκφράζεται επί δύο χρόνια με κάθε τρόπο δηλαδή, επεξηγεί τη ψήφο της ντροπής.

Αν υποθέσουμε δηλαδή πως στην Ελλάδα έχει επιβληθεί μια τιμωρία που εκφράζεται με συνεχή επώδυνα μέτρα, θα ήταν ένα πρώτο βήμα να συμφωνούσαμε πως σ’ αυτήν τους την τιμωρία συμμετέχουν με πάθος και οι ίδιοι οι Έλληνες. 

Ας είναι· ίσως τελικά οι Έλληνες να συμφωνούν πως η καταστροφή θα φροντίσει για όλα· κινούνται λοιπόν προς αυτήν την κατεύθυνση. Και θα συνεχίσουν να κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιουνίου. 

Χώρος για ένα θαύμα υπάρχει πάντα· κι αν και δεν πιστεύω σε θαύματα, αυτά συμβαίνουν ακόμα κι αν κανείς δεν πιστεύει σ’ αυτά, απ’ ότι λέγεται τουλάχιστον. 



6.6.12

Τη νύχτα που συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη



...πίστεψε πως σε λίγες μέρες θα ξεμπέρδευε μαζί του
μ' εκείνον και με τα εκατό τόσα ποίματα του
δεν το είχε προσέξει
πως πίσω από κάθε λέξη του Καβάφη
κρύβονταν σωροί από ανείπωτες ιδέες
χαραγμένες στη σάρκα·  
κάθε απόπειρα τονισμού
σαν πόσιμο νερό
έθρεφε αποικίες αόρατων ποιημάτων

Τη νύχτα που συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη,
την ίδια ώρα που ο Φερνάντο Πεσόα έγραφε στα όρθια,
τον είδε να ξεψυχά μπροστά στα μάτια του.
Χιλιάδες ποιήματα ξεπήδησαν από το άψυχο του κορμί 
το ένα μετά το άλλο
ξεκίνησαν το ταξίδι τους
για τη χώρα που τίποτα δεν γράφτηκε ποτέ
πάνω σε χαρτί.  

Κιέτσι λύθηκε το μυστήριο
των 15τεσσάρων ποιημάτων
και οι λίγες ημέρες γινήκαν,
σαν ένα προβλέψιμο μεταφυσικό θαύμα,
μια αιωνιότητα.

5.5.12

Στη Ρουμανία XXI


Τρίτη 05/01/2012, 11:45

Το Târgoviște, παλιά πρωτεύουσα της Βλαχίας όπως ήταν κάποτε γνωστή η σημερινή Ρουμανία, είναι πλέον μια κάπως παρακμιακή πόλη της Ρουμανίας, κάτι σαν Λαμία θα λέγαμε. Κέρδισε πάντως τα δεκαπέντε λεπτά της δόξας που δικαιούνταν τα Χριστούγεννα του '89, εδώ άλλωστε δολοφονήθηκε το ζεύγος Ceaușescu. Στους δρόμους σήμερα όλοι δείχνουν κάπως συνοφρυωμένοι, υποθέτω πως το καλοκαίρι ίσως να φτιάχνει η διάθεση τους. Έχει χιονίσει λιγάκι, ίσα που βλέπεις λίγο χιόνι στις άκρες του δρόμου δηλαδή, το τοπίο είναι μάλλον ιδανικό για μια επίσκεψη στο Royal Court of Targoviste. 

Παρατηρώ πως τα εναπομείναντα εξωτερικά τείχη έχουν ψηλώσει λιγάκι έπειτα από παρέμβαση των αρχαιολόγων σε μια προσπάθεια να «ψηλώσει» και η σπουδαιότητα του μνημείου. Καλοδεχούμενη κίνηση, πέρασαν λογής λογής βασιλιάδες και ηγεμόνες απ' εδώ άλλωστε. Ξεχωρίζει ο μάλλον συκοφαντημένος ικανότατος ηγεμόνας που ακούει στο όνομα Vlad III, Prince of Wallachia. Στον πύργο του δε μαθαίνω τίποτε περισσότερο γι' αυτόν καθώς οι πληροφορίες απευθύνονται σε γνώστες της Ρουμάνικης γλώσσας, ατενίζω τη θέα όμως από το royal μπαλκονάκι απομακρύνοντας όσο μπορώ τις σκέψεις περί παλουκωμάτων. Ένα μικρό μουσείο περί τυπογραφίας συμπληρώνει την περιήγηση στο χώρο, Romanian only again. Είμαστε οι μόνοι επισκέπτες, η καθαρίστρια είναι χαμογελαστή και εξυπηρετική ενώ οι τουαλέτες γυαλίζουν από καθαριότητα. Ίσως γιατί ελάχιστοι έχουν κατουρήσει εδώ τον τελευταίο μήνα.

Έχουμε παρκάρει σε χώρο δημοτικής στάθμευσης, μια κυρία μας το επισημαίνει ευγενικά ζητώντας κιόλας το ακριβές χρηματικό αντίτιμο. «Τσιμπάμε κάτι και τα βρίσκουμε μετά» απαντά ο αρχηγός της αποστολής. Γνέφει καταφατικά. Πράγματι, κάτι λουκάνικα με αρακά και μια ciorba de perisoare αργότερα τα βρίσκουμε. Πληρώνουμε το μισό του εισιτηρίου για πάρκινγκ το οποίο καταλήγει απευθείας στην τσέπη της και αποχωρούμε. Πέφτω σε περισυλλογή. 

Ο θεματικός άξονας των σκέψεων μου: Ευρώπη - Βαλκάνια - διαφθορά - υπολείμματα Οθωμανικής Αυτοκρατορίας - Δύση και το κακό συναπάντημα. Ενδιαφέρον θέμα, σίγουρα, σ' αυτό άλλωστε «στοχάζονται» λογής λογής virtual καφενόβειοι ξεβρακώνοντας τους εαυτούληδες τους κατά τον ίδιο τρόπο που το κάνουν οικονομολόγοι, πατεράδες και παππούδες, ανυποψίαστοι πολίτες, πολλοί. Δυσάρεστες σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό μου και η πόλη που αφήνω πίσω μου δυσκολεύεται να καταστείλει την ένταση μέσα μου μπροστά σε μακάβριες σκέψεις του τύπου politically correct τύπος αποκαλύπτει την καθόλου λανθάνουσα, αντιθέτως κυρίαρχη, αντιδραστική ιδεολογία του μέσω της δημόσιας συνδιαλλαγής του με τον θεματικό άξονα που προαναφέρθηκε. 

Ένα πρόσωπο, δίχως γωνίες, αρχίζει να σχηματίζεται σαν ολόγραμμα μπροστά μου. Δεν χάνω την ευκαιρία να το ζωγραφίσω αμέσως με τα χρώματα του Joker, όπως του αξίζει δηλαδή. «Νισάφι πια» μονολογώ ψιθυριστά, και στην Ολλανδία «παίζουν» τα «κονέ» και το «μέσον» μόνο που το λένε “networking”.

Προσπαθώ να εστιάσω στις στιγμές που σημαδεύουν το αδιάκοπο pursuit of happiness τούτης της σύντομης ζωής: λίγες σελίδες του Greaber, να μυρίζεις ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στη μέση ενός πλακόστρωτου Αθηναϊκού δρόμου, η στιγμή της δημιουργίας της μουσικής του Straight Story δια χειρός Angelo Badalamenti. Και αναρίθμητες άλλες. 


Αντίο, για τώρα, Ρουμανία. Θα επιστρέψω σύντομα.







13.4.12

Στη Ρουμανία ΧΧ


Τρίτη 05/01/2012, 09:30

Târgoviște

Φθάνοντας στο Târgoviște κάνουμε μια στάση στο δημόσιο νοσοκομείο, δεν είναι κάτι σοβαρό πάντως. Όπως και να 'χει, στα νοσοκομεία νοιώθει κανείς άβολα. Το κτίριο είναι υπό ανακατασκευή, το μισό παραμένει με εξώφυλλο κεραμιδί τουβλάκι και κίτρινο γαρνίρισμα ενώ το υπόλοιπο μεταμορφώνεται σε τόνο άσπρο - σκούρο γκρι. Είναι από τις φορές που δεν ξέρεις τι να διαλέξεις, έκλινα ελαφρά όμως προς το τουβλάκι μιας και δεν το συναντά κανείς συχνά περιδιαβαίνοντας κάποια γειτονιά της Αθήνας. Στο εσωτερικό του κτιρίου κόσμος πάει κι έρχεται, δεν έχουμε και πολλά να πούμε, με μια λέξη μιζέρια και εγκατάλειψη.

Απομακρύνομαι από το πλήθος των κομπάρσων στις ταινίες της ζωής μου, ώστε να κολατσίσω με την ησυχία μου. Κατευθύνομαι σε έναν μικρό φούρνο με ελάχιστες επιλογές, έφαγα κάτι ψωμοειδές το οποίο φρόντισα αμέσως να αποβάλλω από τη μνήμη μου. Την ίδια στιγμή συνειδητοποιώ πως για πολλοστή φορά σε τούτο το ταξίδι βρίσκομαι σε ένα μέρος όπου από κάποια, σχεδόν αόρατα, ηχεία ξεχύνεται με ένταση το τελευταίο, νομίζω, χιτάκι της ομολογουμένως sexy Rihanna.

(«Το τραγούδι εμψυχώνει τους κατά τόπους καταναλωτές ξεσκίζοντας το υποσυνείδητο τους όπως κάποτε  τα εμβατήρια στα κομμουνιστικά εργοστάσια εμψύχωναν τους εργάτες ξεσκίζοντας το συνειδητό τους» σκέφτηκα με μια κάποια παιχνιδιάρικη συστολή. Ταυτόχρονα, φοβήθηκα μήπως κάποιος ακαδημαϊκός ακούσει τούτη τη σκέψη μου και με μαλώσει για μία ακόμη παράτολμη και αναιδή «άστοχη» σύνδεση μεταξύ δύο ιστορικών περιόδων. Το πρόσωπο του ακαδημαϊκού, ετών σαράντα, άρχισε να αποσυντίθεται όταν παραδέχτηκε πως δεν είχε ακούσει ποτέ του γι' αυτή την Rihanna αν και είχε ένα συνάδελφο που του αρέσουν οι κωμωδίες με τον Ben Stiller οπότε ενδέχεται εκείνος να γνώριζε κάτι παραπάνω. Με πρωτόγνωρη εκ μέρους μου υπομονή του εξήγησα πως ο φίλος του γουστάρει Ben Stiller επειδή είναι κακόγουστος και αιωνίος επίπεδος, ο ίδιος, όχι ο Ben, «εμένα δε μου αρέσει η Rihanna, απλά την λαμβάνω υπόψην μου». Αποφάσισα να συνεχίσω να κτίζω μικρές καλύβες πάνω στην άμμο της ιστορίας γιατί άλλωστε αυτές οι σκέψεις κατά κάποιο περίεργο τρόπο είναι πιο μυοχαλαρωτικές από το σύνολο των Αμερικάνικων κωμωδιών για teenagers, ή και πουροteenagers.) 

Γρήγορα συνειδητοποιώ με μια κάποια λύπη πως αυτό είναι το διαλεχτό τραγούδι που θα μου θυμίζει για τον υπόλοιπο αιώνα το ταξίδι στη Ρουμανία, ξέρετε, αυτά τα πράγματα δεν τα διαλέγεις, απλά συμβαίνουν, όσο καλά και να έχεις θωρακίσει τον εαυτό σου. Αποφάσισα να παρακολουθήσω το βίντεοκλιπ του τραγουδιού που ταλαιπωρεί τα αυτιά μου τόσες μέρες στρέφοντας το βλέμμα μου προς την οθόνη του γειτονικού μικρού καφέ. Ήταν τότε που είδα έναν έφηβο, εκτός οθόνης, και στην οθόνη του μυαλού μου, να κλαίει. Το εφηβικό κλάμα, τ' ομολογώ, με αναστάτωσε ψυχικά. Ήταν ένα κλάμα που προερχόταν, αναμφισβήτητα, από σύγχυση:

  • τα παθιασμένα φιλιά, το spanking στα οπίσθια της εμφανίσημης τραγουδίστριας, και τέλος, το  εμπριμέ ύφασμα που καλύπτει την κάποτε υγρή περηφάνεια ενός γυναικείου κορμιού κατατροπώνονται παταγωδώς από την εμφανή μιζέρια που διατρέχει όλο αυτό το ποπ κατασκεύασμα που έχει ως έμμεσο αποτέλεσμα την ηθική καταρράκωση άβγαλτων νέων. Μην έχοντας προλάβει λόγω ηλικίας να βιώσουν τον έρωτα, πέρα από κάποιο πιθανό πρώτο μίνι νταλαβεράκι μαζί του, και πριν προφτάσουν να απλώσουν το χέρι σε ένα πάρτυ για να πάρουν, αν το θελήσουν, το μαγικό χάπυ, αυτή η υφαρπαγή της ζωής των unemployable νέων κάπου στα προάστια του Παρισιού ή του Λονδίνου με σκοπό την πώληση ενός θελκτικού γυναικείου κορμιού μετά συνοδείας τετριμμένων dance ήχων είναι ικανή από μόνη της να χαράξει μια πληγή πάνω στο έφηβο σώμα. Νταξ, ξέρω, οι έφηβοι δεν πολυσκοτίζονται με όλα αυτά, η καύλα υπερισχύει στην ηλικία τους αλλά η πληγή, όπως και να 'χει, χαράσσεται. Εξάλλου, όπως θα διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι στο πέρασμα του χρόνου, «οι άνθρωποι δε συγχωρούν αυτούς που από καύλα εκπέσαν».