2.9.12

Επιστροφή στη Ρουμανία Ι




Επιστροφή στη Ρουμανία το λοιπόν· γιατί, μεταξύ άλλων, μια φορά δεν είναι ποτέ αρκετή.

Πρόκειται για τον πρώτο Αύγουστο της ζωής μου χώρια από το Ελληνικό καλοκαίρι. Η σκέψη και μόνο βαραίνει λίγο τη ψυχή - τα πόδια πάντως δεν αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα. Μ' αυτά (τα πόδια) και με κείνα (τα ευρώ) φθάνουμε κάποια φορά στο Ελευθέριος Βενιζέλος. Στην αίθουσα αναμονής συναντάμε ένα ζευγάρι Ρουμάνων. Ασπρομάλληδες και οι δυο τους αλλά ντυμένοι αρκούντως νεανικά. Καρό βερμούδες, κοντομάνικα T-shirt, σαγιονάρες πέδιλα στα όχι και τόσο γέρικα πόδια τους. Παρατηρώ άλλωστε πως οι γάμπες τους είναι τρεις φορές πιο σφιχτές από τις δικές μου.

Συνομιλούν, χειρονομώντας ταυτόχρονα, από μια κάποια απόσταση, δέκα μέτρα θα τα υπολόγιζα. Αυτομάτως, μια ζεστασιά απλώθηκε στο χώρο, ή και στο φαντασιακό μου, ποιος μπορεί να γνωρίζει γι' αυτά τα πράγματα άλλωστε. «Ωραία που 'ναι που βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, που δεν ψυθυρίζουν δήθεν συνωμοτικά αλλά κατ' όπως φαίνεται απολαμβάνουν στα φανερά, που 'γεμίζουν' τον κομματάκι ψυχρό χώρο μιας αίθουσας αναμονής του αεροδρομίου». Έπειτα παρατηρώ μια νάυλον τσάντα ανάμεσα στις αποσκευές τους. Περιέχει ένα φυτό, ποιο ακριβώς δεν κατάφερα να ξεχωρίσω. Ίσως γιατί η βάση δεδομένων μου σε φυτά δεν περιέχει παραπάνω από έξι-επτά καταχωρήσεις.

«Ααχ... τι ωραία... κουβαλούν στις αποσκευές τους κι ένα Ελληνικό φυτό. Δεν μπορεί παρά να δοκιμάσουν να το φυτέψουν στη δική τους γη, κι ότι γίνει ας γίνει. Ποιος ξέρει, μπορεί και να ξεπεταχτεί μια μέρα, καιρού θέλοντος».

Έτσι γλυκά και ανέμελα περνούσαν τα λεπτά της ώρας μέσα στην αίθουσα αναμονής. Την ίδια ώρα, δύο ξανθιές Ελληνίδες, υπάλληλοι του αεροδρομίου, ασχολούνταν με τα δικά τους. Η πρώτη, η νεότερη, χαζογελούσε σε ένα αρσενικό που βρισκόταν στο τέλος της γραμμής του τηλεφώνου ενόσω η δεύτερη, καμιά δεκαπενταριά χρόνια γηραιότερη, της έριχνε βλέμματα βλοσυρά. Δεν φορούσε το βλέμμα της προϊσταμένης· φορούσε την ανασφάλεια του «δεν περνά πια η μπογιά μου». «Μικρά και ασήμαντα» σκέφτομαι, «δύο γυναίκες μετράνε τα βυζιά τους», και στρέφω απότομα το βλέμμα μου, όχι σε κάποιο βιβλίο, μα πίσω στους αξιότιμους κύριους που μου κρατούσαν συντροφιά έως τα πριν.

Μα τότε άλλαξαν όλα μονομιάς.

Ήταν η περηφάνια με την οποία ο ένας αφηγούνταν στον άλλο πως τζούρνεψε μια κολόνια από τα duty free που κάτι ράγισε μέσα μου. Ναι, ήταν αλήθεια, επρόκειτο για δύο νυχτόβιους μικρομαφιόζους. Εντόπισα γρήγορα άλλωστε κι άλλες πολύτιμες ενδείξεις που ενίσχυσαν αυτήν μου την εντύπωση. Η πρώτη ένδειξη ήταν μια τσάντα για μπάρμπεκιου με φλόγες να ξεπηδούν απειλητικά από το κακόγουστο logo. Μπάρμπεκιου αλά Τόνι Σοπράνο εννοείται. (Υπάρχουν, μάλλον, δύο ειδών κάτοχοι τσάντας μπάρμπεκιου: Αμερικάνοι νοικοκυραίοι των προαστίων και wannabe μαφιόζοι). Η δεύτερη ένδειξη ήταν ο τρίτος της παρέας που κατέφθασε έπειτα από λίγο, κατέφθασε θορυβωδώς εννοείται. Ήταν φάτσα λιωμένη από τα ουίσκια και τα ξενύχτια, φάτσα Πειραιώτικη όπως το έλεγαν κάποτε.

Ορατή δυσφήμιση της Ρουμανίας, η παρέα ετούτη μας δίνει ομολογουμένως μια γεύση περί του τι ακριβώς συνέβη τη δεκαετία του '90 σε μια χώρα όπου η ασχήμια δεν αποπειράται να κρυφτεί κάτω από το χαλάκι μα επιδεικνύεται όπως ακριβώς επιδεικνυόταν κάποτε ο Ελληνικός πλούτος των βουτηγμένων στην παρανομία νυχτομπουζουκόβιων.

Δεν αναρωτήθηκα αν είχε πάει κάτι στραβά με την αντίληψη μου. Γιατί άλλωστε βγάζει κανείς συμπέρασμα έπειτα από το τέλος μιας ακόμη ιστορίας.





21.8.12

του λύκου το βλέμμα




Περιμένω στην ουρά να αγοράσω λίγο ψωμάκι. 

«Και πόσο έχει αυτό το πολυτελείας για δεν κρατάω πολλά πάνω μου»  ρωτάει ο μπροστινός μου κρατώντας το δίευρο σε περίοπτη θέση.

«Μην ανησυχείς, φθάνουν».

«Εντάξει. Απλά σκιάχτηκα λίγο με αυτό το ‘πολυτελείας’».

«Οκ... και να μην έχεις αυτήν τη βδομάδα, θα τα δώσεις την επόμενη... με τόκο».

Χαμογέλασε πονηρά, φορούσε το λεγόμενο και λυκίσιο βλέμμα*.

Έφθασε η ώρα που θα σας δανείζουμε εμείς θα σκέφτηκε από μέσα του στην περίπτωση που ανήκει στην κατηγορία εκείνη των Αλβανών που αντιμετωπίζει με μια κάποια μικρή χαιρεκακία τη μοίρα των Ελλήνων. Βέβαια, υπάρχουν και εκείνοι που αναγκάζονται να επιστρέψουν στην Αλβανία. Φαντάζομαι πως αντιμετωπίζουν το ζήτημα διαφορετικά. Είναι που θα κάτσει η μπίλια που λένε.


$
Η σουβλατζού πάντως στέκει κάπου στη μέση. Ιδρωμένη έπειτα από ώρες ψησίματος απαντά στην ερώτηση της πελάτισσας που προηγείται στη σειρά από εμένα.

«Ναι, από Βόρεια Ήπειρο».

Δεν άργησε η στιγμή που η υπέρβαρη μεσήλιξ  πελάτισσα αποχώρησε με τρία χοιρινά καλαμάκια στη σακούλα. Και τότε ήταν η στιγμή που ένας χείμαρος ξεχύθηκε. Μου μίλησε για πολλά και διάφορα η σουβλατζού φροντίζοντας πάντως να μου ξεκαθαρίσει πως μας ήρθε από τα Τίρανα. Η αδελφή της βρίσκεται στην Αμερική, εκεί που αναμένεται να ταξιδέψουν και οι κόρες της αφότου τελειώσουν το σχολείο. Στην Βοστόνη είναι όλα καλύτερα μου λέει.

 Σκοτεινιάζει όταν μου διηγείται την πρωινή της περιπέτεια στο Δημόσιο, πηγή της κακής της διάθεσης εδώ που τα λέμε. «Είκοσι χρόνια ζω και δουλεύω εδώ» μου λέει με τα σωστά της τα ελληνικά, «και αυτή πληρώνεται για να με εξυπηρετεί, και επειδή εγώ δεν ξέρω να διαβάσω στα Ελληνικά αρνήθηκε να με εξυπηρετήσει». Τα έλεγε αυτά βράζοντας σχεδόν, λίγο ο εκνευρισμός, λίγο ο καύσωνας της ψησταριάς.

«Να έρθουν οι Γερμανοί να διοικήσουν έτσι που τα έκαναν αυτοί» μου είπε χωρίς ίχνος κακίας. Απουσίαζε το λυκίσιο χαμόγελο δηλαδή. «Να έρθουν οι ξένοι».

Η Βοστόνη επανήλθε στην κουβέντα, η Αμερική γενικότερα, κι ο νους μου πήγε στο America, America στις ακτές της οποίας κάποτε ένας Έλληνας ήθελε να ξεπλυθεί. Η σουβλατζού πάντως πολύ πιθανό να είχε ήδη ξεπλυθεί σε Ελληνικά νερά κατά την άφιξη της στη χώρα, αρκετά χρόνια πριν. Αυτή τη φορά, όπως συνέβη και παλαιότερα, είναι η σειρά των Ελλήνων to be washed clean.



*Βλ. Όλγα Κεφαλογιάννη. Το έχω συναντήσει πάντως ανά περιόδους σε κακομαθημένα Πασοκοκόριτσα που επιχειρούν να σνομπάρουν όποιον πρωτογνωρίζουν, σαν ένα άξεστο nice to meet you δηλαδή / σε Βαλκάνιους ψημμένους στη ζωή με τυχοδιωκτικές και κατά βάση αντικοινωνικές τάσεις / σε ακαδημαϊκούς που χαιρετούν ο ένας τον άλλο μέσα σε μια βιβλιοθήκη επιθυμώντας να κρατήσουν σαν κόρη οφθαλμού την πολυπόθητη απόσταση - πηγή ζωής γι’ αυτούς / σε γκόμενες λαϊκές των οποίων η χοντράδα είναι σήμα κατατεθέν· το λυκίσιο βλέμμα εμφανίζεται μονομιάς στο πρόσωπο τους τις λίγες στιγμές που σωπαίνουν.




17.8.12

Μανώλης




Φυσικά, πολλά έχουν αλλάξει από την εποχή του Μανώλη. Ακόμα και ο Παναθηναϊκός έχει χάσει τη φήμη της πιο πετυχημένης Ελληνικής ομάδας στην Ευρώπη. Ο Καραγκούνης πάντως, συνεχίζει να το παλεύει. Οι μαύροι περιπλανώμενοι μικροπωλητές δεν πωλούν πλέον cd αλλά πιο πρακτικά πράγματα: χάντρες, πέδιλα, τσάντες. Είναι αρκετοί τον αριθμό και ίσως να περιμένουν αρκετές ώρες μέχρι να κάνουν σεφτέ μιας και οι πελάτες τους σίγουρα αγοράζουν λιγότερο – ίσως να τους κοιτάνε και πιο καχύποπτα.

 Τον είχαν βαπτίσει Μανώλη λόγω μεγάλης ομοιότητας με τον Εμμάνουελ Ολισαντέμπε, στράϊκερ του Παναθηναϊκού εκείνη την εποχή. Δεν ήταν πάντως μία από εκείνες τις περιπτώσεις όπου μεσήλικες με περιορισμένο database σε πρόσωπα έγχρωμα τους βλέπουν όλους περίπου ίδιους. Ο Μανώλης της Ναυπάκτου ήταν φτυστός με τον Μανώλη των βάζελων. Το ίδιο ράθυμο ύφος, τα ίδια γουρλωτά μάτια, το ίδιο στρογγυλό πρόσωπο. 

Περνούσε κάθε μέρα από το Γρίμποβο κατά το μεσημέρι. Ήταν ο καιρός που τα πειρατικά cd’s έφθαναν σε χέρια Ελληνικά ανά δυάδες-τριάδες με αντίτιμο τα πέντε ευρώ το κομμάτι. Ο Χατζηγιάννης έκανε θραύση απ’ όσο θυμάμαι. Πάντα χαμογελαστός ήταν ο Μανώλης· και πάντα κρατώντας μια - αδιόρατη στους πελάτες του - απόσταση ασφαλείας. Προφανώς, όπως και είναι λογικό, δεν ταυτιζόταν με τη δουλειά του. Δεν επιθυμούσε δηλαδή να τοποθετήσει τον ευατό του εντός της γραφικής εικόνας που ζωγράφιζαν για λογαριασμό του, κατά βάση με αθωότητα, οι παραθεριστές της ακτής του Γριμπόβου.  Ο Μανώλης είχε όνειρα για μια καλύτερη ζωή όπως και οι περισσότεροι που επιχειρούν αυτά τα τόσο μακρινά και επικίνδυνα ταξίδια.

Κι έτσι ο Μανώλης έφυγε μια μέρα για την Ιταλία.






14.7.12

better days: μ' όνειρο



Στην αρχαία Ελευσίνα, λίγες μέρες αργότερα, οι καλύτερες ημέρες δεν έχουν φθάσει ακόμα. Η συνειδητοποίηση της μακάβριας αυτής αλήθειας δε μας βαραίνει εκείνο το πρωϊνό πάντως.

Κάτω από έναν δυνατό ήλιο χαζεύουμε ερείπια για πολλοστή φορά σε τούτη τη σύντομη παρουσία μας στον στίβο της καθημερινότητας που ονομάζουν ζωή. Ονειρεύομαι τις μέρες που θα επισκέπτεσαι αρχαιολογικούς χώρους και τα αγάλματα θα βρίσκονται στην αρχαία θέση τους και κάτω από ένα γυάλινο θόλο που θα εξασφαλίζει την προστασία τους από τον φθοροποιό χρόνο. Αντ' αυτού, εισερχόμαστε έπειτα από λίγο μέσα σε ένα ορθογώνιο κουτί που στοιβάζονται αρχαιότητες με φόντο ένα κάπως παρακμιακό γαλάζιο στους τοίχους. Δεν επιχειρούμε μια επίσκεψη κατηγορίας Α' βαθμού σοβαρότητας· έξω το Ελληνικό καλοκαίρι οργιάζει, όπως πάντοτε άλλωστε, πιστό στο ετήσιο ραντεβού του, πυξίδα που δείχνει προς τη χαρά και την ευφορία.

Το ρίχνουμε στο κουτσομπολιό· μας απασχολούν κυρίως οι περιπέτειες του Αισχύλου. Η απόφαση του να μεταδώσει σε πρώτη παγκόσμια αποκλειστικότητα τα νέα των Ελευσίνιων Μυστηρίων προφανώς και δεν άρεσε καθόλου σε κάποιους μιας και, όπως γνωρίζουμε, οδήγησε στην εξορία του.
Παιδεύομαστε να μεταφράσουμε με σημερινούς όρους την αρχαία αυτή γιορτή και καταλήγουμε στο εξής: επρόκειτο μάλλον για μια συνεδρίαση ενός influential think tank μετά συνοδείας του απαραίτητου dinner party.

Έπειτα από τις αρκούντως διασκεδαστικές εκείνες σκέψεις κατευθυνθήκαμε προς το ιερό της Δήμητρας, υπεύθυνη Αγροτικής Πολιτικής εκείνον τον καιρό. Κάναμε την προσφορά μας δωρίζοντας κάτι πολύτιμο, όπως επέτασσε δηλαδή το αυξημένο ενδιαφέρον μας για την όλη διαδικασία: μια μικροσκοπική κόκκινη πιπερίτσα από κήπο Αναφιώτικο απέδρασε για πάντα από το πορτοφόλι έχοντας την τιμή να συμμετάσχει σε ένα παιχνίδι που ξεκίνησε κάποιες χιλιάδες χρόνια πριν.


                                                                                       ***

Στο απαραίτητο, σε κάθε αρχαιολογικό χώρο, εκκλησάκι που στέκει πάνω σε ένα ύψωμα, από καιρό πληγιασμένο από μια φωτιά, η πρώτη εικόνα είναι αποκαρδιωτική. Οι τοιχογραφίες, ότι έχει απομείνει απ' αυτές δηλαδή, πέρα από τη φωτιά, έχουν σημαδευτεί για πάντα και από την εφηβική, και όχι μόνο, αυθάδεια. Δεν προλαβαίνουμε να μετρούμε «ο Αντώνης ήταν εδώ», «Τάκης + Μαρουλία = L.F.E.» και άλλα τέτοια όμορφα. Οι ημερομηνίες μας πηγαίνουν πίσω έως και τις αρχές της δεκαετίας του '60.

Σύντομα μας εγκαταλείπει η στεναχώρια και το ρίχνουμε στην πλάκα. Η κυρία που φροντίζει την εκκλησιά κοιτάζει συγκαταβατικά.

«Γελάτε ε;» μας λέει, καθόλου προσβεβλημένη όμως.

Πιάνουμε την κουβεντούλα. Μας λέει πως ήταν αφύλαχτη η εκκλησία κείνα τα χρόνια και οργίαζαν τα παιδιά στα μέσα και στα έξω. Δεν αργεί όμως η κουβέντα να φτάσει στο σήμερα. Δεν αργεί καθόλου για την ακρίβεια.

«Δεν υπάρχουν δουλειές παιδιά μου...»

«Ναι... δύσκολα...» απαντάμε με κρεμασμένες μούρες.

«Να, ήταν εδώ, πριν από εσάς, κάτι κορίτσια από την Ιταλία, μόλις είχαν τελειώσει το σχολείο μάλιστα. Και έδειχναν κι αυτά προβληματισμένα, τα ρώτησα δηλαδή, και ήταν έτσι απαισιόδοξα κι ας ήταν τόσο μικρά... σαν κι εσάς... μαραμένα».

Με μεγάλη στεναχώρια έβγαιναν εκείνα τα λόγια από το στόμα της· ήταν φανερό. Και εκείνο το «μαραμένα» δεν ήτανε καθόλου μα καθόλου προσβλητικό. Ένοιωθες πως μιλούσε για όμορφα κόκκινα τριαντάφυλλα που υποφέρουν από έλλειψη νερού σε συνθήκες καύσωνα, και έμοιαζε να αγαπάει ιδιαίτερα τα λουλούδια.

«Θα 'ρθουν και καλύτερες ημέρες» αναφώνησα κοιτάζοντας την, που αλλού, κατευθείαν στα μάτια. Κι αυτό ήταν όλο. Το πρόσωπο της έλαμψε, γέμισε χαρά, Το πίστευε με πάθος όπως και ανέμενε με λαχτάρα να της δείξουμε πως δεν παραδίδουμε έτσι εύκολα τα όπλα.








13.7.12

better days: με λογισμό



Καθόμαστε στην παραλία της Ψανής, στη Ναύπακτο. Θα 'ταν περίπου 19:00. Την ακτή έχει επισκεφθεί πρόσφατα ένα μπουλντοζοειδές και έτσι όλα τα γκρίζα βότσαλα μοιάζουν ανέμελα μεν, τακτοποιημένα δε. Η Ψανή, το αντίπαλο δέος του Γριμπόβου (η δεύτερη παραλία της Ναυπάκτου) ανέκαθεν συγκέντρωνε τους κατά ένα κλικ πιο περισπούδαστους της όμορφης και τουριστικά ανεκμετάλλευτης αυτής κωμόπολης. Το Γρίμποβο όμως έχει κι αυτό τους πιστούς του: τα πλατάνια εκεί κυριαρχούν, φθάνουν μια ανάσα από τη θάλασσα, και το ολίγον τι old school κλίμα που εκπέμπει γοητεύει λιγοστούς μεν, φανατικούς δε.
 
Μας προσπερνά με αργό βήμα και είναι ύστερα από καμιά δεκαριά μέτρα που συνειδητοποιεί το ενδιαφέρον μας για την πραμάτεια που κουβαλά μέσα σε μια μαύρη σκονισμένη αθλητική τσάντα. Κοιτάζει προς τη μεριά μας και όταν βεβαιώνεται για τις προθέσεις μας, ένα χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπο του. Επιστρέφει, απλώνει το κορμί του καταή και πιάνουμε δουλειά. Αναρωτιέμαι πόσες ώρες γυρνάει κάτω από τον ήλιο χωρίς καπέλο και αν έχει κάνει σεφτέ. Είναι σχεδόν εξουθενωμένος και γελάει συχνά χωρίς λόγο.

Ψηλός και αδύνατος, τα σκούρα του ρούχα είναι σκονισμένα, η φυσιογνωμία του οικεία. Είναι ο συνήθης Αφρικανός της γειτονιάς. Κάνει ένα κοπλιμέντο για τα αγγλικά μας σε σχέση με τα φτωχά αγγλικά των Ελλήνων που συνήθως συναναστρέφεται. Μιλάμε για λίγο και μια σκέψη προσγειώνεται στο κεφάλι μου: «πρέπει να είναι η πιο ενδιαφέρουσα γνωριμία που έκανα το τελευταίο εξάμηνο». Αγοράζουμε πέδιλα θαλάσσης σε τιμή Κινέζικη ενόσω δεν σταματά να γελά δυνατά σε κάθε ευκαιρία. "No jobs, no jobs" μας λέει. Γνέφουμε συγκαταβατικά. Είναι όμως στιγμές που δείχνει τρομερά ανήσυχος, προβληματισμένος, οι δυσκολίες της ζωής έχουν χαραχτεί στα μάτια του.

"Better days will come" του λέω. Επαναλαμβάνει τη φράση μου με τον πιο καταφατικό τρόπο που δύναται κανείς να φανταστεί. Το ύφος του είναι απολύτως σοβαρό και θα ορκιζόταν κανείς στη μνήμη της πεθαμένης του μάνας πως πίστευε με όλη του τη δύναμη στο ακριβές νόημα της φράσης. Ίσως βέβαια να ήταν αυτός ο μόνος τρόπος ώστε να μην παραιτηθεί από τη ζωή· να ορκιστεί στον εαυτό του πως θα 'ρθουν και καλύτερες ημέρες.





11.6.12

εκλογές




Προεκλογικά
η βόλτα μου ξεκίνησε με ένα ταξίδι στο χρόνο. Στου Παπάγου τα στενά, δύο κοπελίτσες βαμμένες μέχρι τα μακριά τους νύχια ζητούν οικονομική ενίσχυση για την πενταήμερη. Πωλούν κάτι τουριστικούς οδηγούς του τύπου ότι να ‘ναι. Λίγο πιο κάτω, ένα καγκουράκος που κάνει την ίδια δουλειά με παίρνει από πίσω φωνάζοντας «ένας καφές είναι μόνο», κι αναφερόμενος φυσικά στο πεντάευρο που ήδη λαχταρούσε στην τσέπη του. (Η πενταήμερη ήταν ιερός σκοπός τον καιρό προ των αστέγων της Σταδίου.) Επιμένει όσο το επιτρέπει το νεαρό της ηλικίας του, δηλαδή πολύ. Σκιάζομαι κάπως από τα σαλάκια που εκτοξεύονται από το στόμα του ιδαίτερα βραχύβιου δεκαεπτάχρονου ενόσω παρατηρώ με την άκρη του ματιού... πως δύο κυρίες άνω των εξήντα που φορούν παλαιομόδιτικα ταγιέρ και ψηφίζουν παραδοσιακά Ν.Δ. χαμογελούν συνομωτικά καθώς αρνούνται ευγενικά: «πόσο τα κακομάθαμε τα παλιόπαιδα» σκέφτονται. Περιδιαβαίνω μια συνοικία, γεμάτη μονοκατοικίες με κήπους με τριαντάφυλλα, που απολαμβάνεις να διασχίζεις· ο Υμηττός λίγο πιο πάνω σου θυμίζει την αρχέγονη ομορφιά της ταλαίπωρης πόλης της Αθήνας. Στις εκβολές του Ιλισσού ονειρεύομαι την Αθήνα με γάργαρο νερό να διασχίζει τη θλίψη μας, ένα ακόμη όνειρο ανοιξιάτικης νυκτός βέβαια. Ένας γέρος, συνταξιούχος καραβανάς μάλλον, περιπολεί στην γειτονιά στα σύνορα με το βουνό (σύμφωνα με άλλους, κάνει απλά την απογευματινή του βόλτα). Αυτός είναι ο Παπάγος· ένα γέρικο πρόσωπο καραβανά που αντικρύζεις με μια κάποια κατανόηση κρατώντας πάντα τις αποστάσεις σου, όπως κάνει άλλωστε και ο ελαφρά συνοφρυωμένος συνταξιούχος μυστακοφόρος περιπατητής. Έξω από το σπίτι του Στυλιανού του μίνι-φούστα συγκεντρώνεται μεγάλο ποσοστό αρνητικής ενέργειας που απελευθερώνεται από τους αρμόδιους για τη φύλαξη του αστυνομικούς. Προσπερνάμε γρήγορα γρήγορα και οδεύουμε προς την έξοδο.

Στην ευρύχωρη γειτονιά της Νέας Σμύρνης (εκεί που δεν σε ταλαιπωρεί η θέα ογκωδών επταώροφων πολυκατοικιών καθότι, παραδόξως για την πρωτεύουσα, όλα μοιάζουν κάπως τακτοποιημένα, χωροταξικά μιλώντας, αλλά και όχι μόνο), προσγειώνομαι στο 2012 επιστρέφοντας από το ταξίδι στη χρονοκάψουλα του Παπάγου. Μια κυρία γύρω στα σαράντα περπατά προς το μέρος μου, διακρίνω από κάπως μακριά μια κάποια ανησυχία στο πρόσωπο της. Όταν θα βρεθούμε πια σε απόσταση αναπνοής θα μονολογήσει μεν, απευθυνόμενη σε μένα τον περαστικό δε: «Θε μου...ψάχνουν στα σκουπίδια!» Αφού την προσπεράσω, θα βρεθώ πρόσωπο με δυο πρόσωπα που σχηματίστηκαν κάπου στην Ανατολική Ευρώπη. Είναι λίγο μετά τα τριάντα που χρειάστηκε να ψηλαφίσουν σπιθαμή προς σπιθαμή τα σκουπίδια προς αναζήτηση ελπίδας. Είναι εφοδιασμένοι με τσάντες, γάντια, καροτσάκι σουπερμάρκετ. Οι κινήσεις τους βιαστικές, τα βλέμματα αποφασισμένα. Είναι ετοιμοπόλεμοι. Τους προσπερνώ με ήρεμο βήμα ενόσω με τυφλώνει, σαν από μηχανής Θεός, ο Αττικός ήλιος.


Μετεκλογικά...
πια, ξαπόστασα σε ένα παγκάκι. Βρισκόμουν σε έναν τέλειο κύκλο μέσα, μια θάλασσα αυτοκινήτων με περιτριγύριζε. Είχαν κατεύθυνση δική τους, άλλος προς κέντρο τράβαγε κι άλλος προς Κηφισίας. Στην πλατεία εμπρός της Αγιάς Σοφιάς, σε απόσταση αναπνοής από το Πεντάγωνο, βάλθηκα να κλάψω, λιγάκι. 

Το κλάμα ενός νέου είναι θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος όσο ο καημός μιας γιαγιάς είναι οικογενειακή υπόθεση. Περαστικές γκαυλιάρες προσπάθησαν να μετατρέψουν τα δάκρυα μου σε κηλίδες σπέρματος μέσα στο παντελόνι. Απέτυχαν παταγωδώς. Είχα άλλωστε παρέα. Η piazza ανήκει στους τολμηρούς και μόνο: σε μένα και τα ανόθευτα δάκρυα μου, σε δύο Ασιάτες απέναντι που χαζολογούσαν κάπως αμέριμνα (αν υπολογίσει κανείς το χρώμα που απλωνόταν στην επιφάνεια του προσώπου τους σε συνδυασμό με τον τόπο στον οποίο είχαν κυριολεκτικά ξεβραστεί πρόσφατα), σε δύο έφηβες που ανέλυσαν εξαντλητικά τα της Κυριαλένας και του Αλέξη.

...Βέβαια είναι και οι άλλοι. Θυμήθηκα εκείνα τα παιδιά (στα 17-18 περίπου) που βρίσκονταν ένα πάτημα του enter μακριά από τη ψήφο που πλήγωσε το κοινωνικό σώμα (ίσως ανεπανόρθωτα· θα δείξει), λίγα βήματα πίσω από μια κλωτσιά με αρβύλα πάνω σε κώλο μελαμψού μετανάστη Το άνω του πενήντα τοις εκατό ποσοστό ανεργίας στις ηλικίες 18-24 εξηγεί εν μέρει την προτίμηση αυτού του ηλικιακού κομματιού στη νεκροκεφαλή των SS (χαραγμένη σε μια γωνιά της ελληνικής σημαίας). Οι νεαροί αυτοί μόλις έπιασαν δουλειά, ας είναι και σε συμμορία, ας είναι και μονάχα στο φαντασιακό τους (ορισμένες φορές). Απασχολούνται πλέον κάπου, και μάλιστα, αυτό το κάπου υπόσχεται τη δωρεάν διανομή καρτών που ανοίγουν τις πόρτες της βίας. Όπως και το πανεπιστημιακό πάσο ανοίγει τις πόρτες του Μετρό φθηνότερα δηλαδή. Η υπόσχεση της βίας, σαν προσωπικό δώρο του ψυχανώμαλου θεού της ελλάδος, διαδραματίζει, δίχως άλλο, καταλυτικό ρόλο σε μια κοινωνία που καταστέλλεται βιαίως (ομάδα ΔΙ.ΑΣ)· βιάζεται διαρκώς (austerity measures που σβήνουν το φως στο βάθος, μεγάλο βάθος, του τούνελ της κρίσης)· δεν έμαθε να κοντρολάρει τον εαυτό της (συνήθειες επαναστατικής γυμναστικής – συνεχείς ανώδυνες απεργίες  - κατάχρηση της λέξης φασισμός). 

[Υπάρχουν και άλλοι λόγοι που εξηγούν τη ψήφο που σιγοβράστηκε επί διετία στα καζάνια της κρίσης. Διάβασα αλλού και μεταφέρω: 1) έπειτα από την κατάρρευση της Ν.Δ. το μαντρί της δεξιάς απελευθέρωσε λογής λογής σκοτεινά στοιχεία της δεξιάς 2) νομιμοποίηση της ακροδεξιάς ατζέντας μέσω της εκλογικής καμπάνιας του Σαμαρά· των αναίσχυντων «μέτρων» του αλαζονικού-εξουσιολάγνου ΠΑΣΟΚ, βλέπε Λοβέρδος-Χρυσοχοίδης αλλά και όχι μόνο· της πληρωμένης αλητείας των Μ.Μ.Ε.] 

 Τι λέω εγώ· η άνετη επικράτηση στο συλλογικό συνειδητό μιας διάθεσης - σφοδρής επιθυμίας- μανίας για εκδίκηση, ουσιαστικά, όπως αυτή εκφράστηκε μέσω πλατειών, κραυγών για κρεμάλες, σόσιαλ μίντια παροξυσμών εκ του ασφαλούς, όπως αυτή η μανία εκφράζεται επί δύο χρόνια με κάθε τρόπο δηλαδή, επεξηγεί τη ψήφο της ντροπής.

Αν υποθέσουμε δηλαδή πως στην Ελλάδα έχει επιβληθεί μια τιμωρία που εκφράζεται με συνεχή επώδυνα μέτρα, θα ήταν ένα πρώτο βήμα να συμφωνούσαμε πως σ’ αυτήν τους την τιμωρία συμμετέχουν με πάθος και οι ίδιοι οι Έλληνες. 

Ας είναι· ίσως τελικά οι Έλληνες να συμφωνούν πως η καταστροφή θα φροντίσει για όλα· κινούνται λοιπόν προς αυτήν την κατεύθυνση. Και θα συνεχίσουν να κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιουνίου. 

Χώρος για ένα θαύμα υπάρχει πάντα· κι αν και δεν πιστεύω σε θαύματα, αυτά συμβαίνουν ακόμα κι αν κανείς δεν πιστεύει σ’ αυτά, απ’ ότι λέγεται τουλάχιστον. 



6.6.12

Τη νύχτα που συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη



...πίστεψε πως σε λίγες μέρες θα ξεμπέρδευε μαζί του
μ' εκείνον και με τα εκατό τόσα ποίματα του
δεν το είχε προσέξει
πως πίσω από κάθε λέξη του Καβάφη
κρύβονταν σωροί από ανείπωτες ιδέες
χαραγμένες στη σάρκα·  
κάθε απόπειρα τονισμού
σαν πόσιμο νερό
έθρεφε αποικίες αόρατων ποιημάτων

Τη νύχτα που συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη,
την ίδια ώρα που ο Φερνάντο Πεσόα έγραφε στα όρθια,
τον είδε να ξεψυχά μπροστά στα μάτια του.
Χιλιάδες ποιήματα ξεπήδησαν από το άψυχο του κορμί 
το ένα μετά το άλλο
ξεκίνησαν το ταξίδι τους
για τη χώρα που τίποτα δεν γράφτηκε ποτέ
πάνω σε χαρτί.  

Κιέτσι λύθηκε το μυστήριο
των 15τεσσάρων ποιημάτων
και οι λίγες ημέρες γινήκαν,
σαν ένα προβλέψιμο μεταφυσικό θαύμα,
μια αιωνιότητα.