12.7.11

Nico x2







If Nico Papatakis was indeed too vulgar for her, her meaning the fairy of our adolescence named Christa Päffgen (aka Nico), then it only makes sense for one to wonder why this atrocity had to take place.

One should ask himself/herself; is there anything that we can do in order to prevent the monstrosity that demonstrates itself when our inherited vulgarity feels like showing its face? 

[That’s what usually happens when one of us deals with an individual with low self-esteem; vulgarity feeds itself like a real monster by the low-esteem which the ‘victim’ generates; it doesn’t really matter how pretty one can look on the big screen.]

My take would be: 

generosity – for the righteous ones,
empathy - for the desperate ones,
and pity - for the vulgar ones.



10.7.11

λούμπεν















«Πάρε ρε το σφηνάκι...καθαρό είναι...σιχαίνεσαι ρε;... έλα ρε τώρα... πιες ρε...»

Μια επίθεση φιλίας του λούμπεν προν τον αθώο περιπατητή των δρόμων ονόματι Μίλτος. Επίθεση προς κάποιον που γιόρταζε την ύπαρξη ελάχιστων στρεμμάτων δημόσιου χώρου με πράσινο, γιορτή με μπυράκια και απ’ όλα, πριν από την τάση της πλατείας. Γιατί ήταν φυσικό.

Είναι μια φιλία κάλπικη φυσικά. Ο λούμπεν λόγω της θέσης του στο κοινωνικό στερέωμα, εξαιτίας δηλαδή της αδυναμίας του να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, γίνεται οπορτουνιστής, γίνεται το γιουσουφάκι της Ασφάλειας, είναι ο χαφιές που ‘χει - από ανάγκη - φίλο τον χαφιέ, τον καλοπληρωμένο χαφιέ αυτή τη φορά και με δικό του γραφείο.

Να ‘πινε ο Μίλτος από το κλεμμένο σφηνακόποτηρο λίγο νερό της φωτιάς, το νέκταρ αυτού που περιδιαβαίνει τις πόλεις, θα ‘ταν μια ήττα. Ήττα με γεύση σύφιλης και χορηγό την Ελληνική Αστυνομία.





8.7.11

ένα παιδί

chamo san


Εκείνο το παιδί είχε μια κάπως περίεργη αίσθηση της πραγματικότητας. Είχε την εντύπωση πως ο θαυμαστός κόσμος της Θεωρίας που την είχε ξώφαλτσα γνωρίσει στα φοιτητικά του χρόνια, σταματούσε το 1981 ακριβώς, χρονιά της γέννησης του.

Νόμιζε λοιπόν πως ο άνθρωπος είχε το δικαίωμα, ή το προνόμιο καλύτερα, να ζήσει μια ζωή χωρίς σκοτούρες. Η Θεωρία, απ’ εκεί έδειχνε να εκκινεί το κακό, ήταν το εφόδιο του ανθρώπου στην προσπάθεια του να κατανοήσει το παρελθόν. Όσο για το παρόν πίστευε πως ήταν οι αόρατες δυνάμεις της συνήθειας και της ρουτίνας, δυνάμεις πρακτικής χρησιμότητας, που το οδηγούσαν σταθερά καθόλη τη διάρκειας μιας ανθρώπινης ζωής. Το τυχαίο συμβάν της τοποθέτησης ενός ανθρώπου σε μια κοινωνική τάξη φρόντιζε για το θετικό ή αρνητικό πρόσημο αυτών των πρακτικών της καθημερινότητας. Όπου φτωχός κι η μοίρα του δηλαδή, ή αλλιώς, όπου ευκατάστατος και η βολεψιά του.

Δεν του άρεσε να συζητά για τα πολιτικά αγνοώντας πως κατ’ αυτόν τον τρόπο δε τον απασχολούσε η ίδια η πραγματικότητα μιας και δεν του είχε ζητήσει ποτέ κανείς να σχολιάσει την πολιτική απόφαση της υπογραφής της διεθνής συνθήκης του Μάαστριχτ παρά μόνο την προσωπική του άποψη για τον όρο παθητικός καταναλωτής.

Δεν ένοιωθε παθητικός καταναλωτής λόγω του καλού του γούστου. Άσε που τον καιρό που ήταν φοιτητής είχε φτιάξει και ένα γκρουπάκι DIY και πίστευε ότι εκείνος κι οι φίλοι του αποτελούσαν το γαλατικό χωριό της πόλης. Προσφέροντας δωρεάν τη μουσική τους και διοργανώνοντας δωρεάν συναυλίες είχαν ξεμπερδέψει μια και καλή με τις ανησυχίες του κάθε Αντόρνο, ταπεινωμένου ήδη από τους εξεγερμένους του 1968.

Τον καιρό του νέου παγκόσμιου Παραδείγματος, παράδειγμα που τιτλοφορήθηκε νέα μέτρα λιτότητας, χτύπησε ξανά την πόρτα της Θεωρίας στην ανάγκη του απάνω για λίγη αποσαφήνιση. Βρίσκοντας κυρίως νούμερα σε άτακτη σειρά, ασαφείς προβλέψεις, και ατελείωτες αναλύσεις για τα χρόνια μετά το 1981, πελάγωσε. 

Έβαλε τα καλά του και πήρε μια απόφαση, καθισμένος καθώς ήταν πάνω στο από καιρό αραχνιασμένο σκαμπουδάκι του πιάνου. Η ζωή μας δεν έχει καμία σχέση με τη θεωρία. Αυτή είναι απλά το εφόδιο του ανθρώπου στην προσπάθεια του να κατανοήσει το παρελθόν. Το παρόν σχηματίζεται από τις αόρατες δυνάμεις της συνήθειας και της ρουτίνας, δυνάμεις πρακτικής χρησιμότητας, που το οδηγούν σταθερά καθόλη τη διάρκειας μιας ανθρώπινης ζωής. Το τυχαίο συμβάν της τοποθέτησης ενός ανθρώπου σε μια κοινωνική τάξη φροντίζει για το θετικό ή αρνητικό πρόσημο αυτών των πρακτικών της καθημερινότητας. Όπου φτωχός και το τέλος του δηλαδή, ή αλλιώς, όπου ευκατάστατος και μια ψυχοφθόρα αναμονή για το τι θα επιλέξουν οι κύριοι των αγορών. Οι μεγάλοι συνομώτες.

Ο αυτο-βασανιζόμενος νεαρός πίστεψε πως για το τέλος της εποχής των παχιών αγελάδων και των ακριβών εισιτηρίων στις συναυλίες του καλοκαιριού ευθυνόταν μια σατανική κάστα ισχυρών του τραπεζικού συστήματος. «Βέβαια» μονολογούσε καμιά φορά, «δεν έπρεπε να δίναμε κι ένα κάρο λεφτά στους γαμημένους δημόσιους υπαλλήλους γαμώ το κέρατο μου».









6.7.11

πουθενά





Τι προσπαθεί να κάνει η Sofia Coppola στο Somewhere (2010):

1)Κατά βάση να εξανθρωπίσει το τερατώδες των προσωπικών της εμπειριών. Είναι προτιμότερο όμως να αφήνει κανείς το τέρας να μιλήσει και όχι να προσπαθεί να το καλλωπίσει ενδύοντας το με το ρούχο της καθημερινότητας του απλού ανθρώπου. Γιατί όπως λέει κι ο the boy

            να φύγουν οι σταυροί από τις πλάτες των απλών ανθρώπων
το έγκλημα διέπραξαν αυτοί που δεν αξίζουν πρόσωπο και λόγο

2) Εξημερώνοντας το τέρας, βουλώνοντας του το στόμα ώστε να μη βγάλει τη φοβερή κραυγή του, δίνοντας του διάφορα πλαστικά όμορφα προσωπεία, εξουδετερώνει την ουσία της ύπαρξης του, πυροβολεί το νόημα του. Παράγεται λοιπόν μια άμορφη μάζα από εικόνες τοποθετήμενες με σχετική ελευθεριότητα, το λες και έλλειψη μεθόδου. Το λέει και ο πρωταγωνιστής του φιλμ όταν ερωτάται αν ακολουθεί κάποια υποκριτική μέθοδο κι απαντά «εχμμμ...». Το ίδιο «εχμμ...» μας απαντά (υποθέτω) και η σκηνοθέτιδα όταν ερωτάται περί μεθόδου και μένω γω να αναρωτιέμαι αν θα πρέπει η δήθεν εξομολογητική ειλικρίνεια του καθενός και καθεμίας (στην πραγματικότητα σχετίζεται με μια ενήλικη αυτιστική εκδοχή του «σκέφτομαι και γράφω» που μας κοτσάρουν στο δημοτικό) να σηματοδοτεί κάτι εντός μου πέρα από αμηχανία και βαρεμάρα.

3) Να φτιάξει με εμφανή τρόπο μερικά βιντεοκλίπ μέσα στην ταινία της ώστε να μην τολμήσει να της πει κανείς ύστερα πως δεν κάνει κινηματογράφο αλλά βίντεοκλιπ μεγάλης διάρκειας.

4) Να πείσει ότι κάνει «σινεμά του δημιουργού». Αν είναι έτσι, τότε εγώ προθυμοποιούμαι να πάω να κάνω παρέα στο Χρήστο τον Βακαλόπουλο που μας έλεγε από τότε πως... λίγοι είναι οι δημιουργοί στον κινηματογράφο και δημιουργός δεν γίνεται όποιος το αποφασίζει για τον εαυτό του. Δεν πρόκειται για πρόβλημα ετικέτας αλλά για μια μακρά πορεία, στη διάρκεια της οποίας καθένας θα δει τι είναι και τι δεν είναι. [...] η «καλλιτεχνική ταινία», η «ταινία του δημιουργού», δεν είναι παρά σήμερα ένα «είδος», όπως παλιά ήταν η πολεμική ταινία.[1]


Και τι καταφέρνει να κάνει:


1) Μια βαρετή ταινία.

2) Μια ταινία που δεν είναι ανεξάρτητο Αμερικάνικο σινεμά. 

3) Να παράξει πλεόνασμα ηδονοβλεψίας.

4) Κάτι που συνορεύει με reality TV για hipsters.


Δε θέλησε να κάνει κακό η κοπέλα, προς Θεού. Το κακό όμως είναι, και σε καβαλάει όποτε αυτό γουστάρει. Σοφία κορίτσι μου, ξεκαβάλα.




[1] Χρήστος Βακαλόπουλος, Η ονειρική υφή της πραγματικότητας, Εστία, 2005.














5.7.11

love

sarolta ban















I just wanna say only one thing: love is not a dog from hell.

It’s only that Charles Bukowski was a dog from paradise that lived in hell and unfortunately -for him- couldn’t understand what love is.

But love is.








1.7.11

ένα θερμό καλοκαιράκι

misha gordin

1) Η απόσταση μεταξύ των κάτω και των τριακοσίων έχει μεγαλώσει. Η έπαρση και η αλαζονεία του Λοβέρδου θα μπορούσε να ανακοπεί μονάχα από την ταχύτητα μιας σφαίρας αν βρισκόμασταν σε επαναστατική περίοδο. Μιας και δε βρισκόμαστε, ο υπουργός αυτός δύναται να ακολουθήσει  τη γνώριμη πορεία ενός Λαλιώτη. Κάποια στιγμή θα φάει τα μούτρα του, η φιλοδοξία του θα κτυπήσει τοίχο δηλαδή, και έπειτα θα αναδιπλωθεί λίγες θέσεις πιο κάτω στην ιεραρχία απ’ ότι το φανταζόταν. Καθόλου άσχημα για έναν τίποτα.

                                                                         
2) Η βαθύτατη περιφρόνηση της αλαζονικής, ημιμαθής, παντελώς ανυπόστατης, ανήθικης, ανιστόρητης, φρενοβλαβούς, ημι-άγριας, γελοίας, επικίνδυνης κάστας των τριακοσίων (βάλε μέσα και τα τσιράκια τους) προς την κοινωνία με έχει πείσει για το προφανές: δεν υπήρξε ουδέποτε η παραμικρή επιθυμία, στόχευση, διάθεση, σκέψη περί επίλυσης των χρόνιων δυσλειτουργειών της σαπίλας που όλοι μας γνωρίσαμε και τελετουργικά γιορτάσαμε εκείνο το τετράμηνο του 2004. Νομίζοντας πως διοικούν μια βαλκανική συμμορία (το λέω όπως το μετέφερε από το κοντρόλ στα αυτιά των τηλεθεατών της δημόσιας τηλεόρασης ένας κακομοίρης υποτακτικός θέλοντας να μας ενημερώσει τι θα γινόμασταν σε περίπτωση απόρριψης του μεσοπρόθεσμου), αδιαφορούν από το day one να πατάξουν τη φοροδιαφυγή, ή και οτιδήποτε άλλο, έστω και κατά το ένα χιλιοστό του προβλήματος.  

                                                                         
3) Αντιλαμβάνομαι πλέον πως αν το όνειρο που κρατάει ακόμα ζωντανό τον Αντώνη τον Σαμαρά γίνει κάποτε πραγματικότητα, κι αναφέρομαι στην ονείρωξη-φαντασίωση της χώρας σε ερείπια πάνω στα οποία δεσπόζει ο ίδιος ως ο απόλυτος δερβέναγας-κυβερνήτης, τότε bloggers και twitterers σαν εμάς θα δεχτούμε μια ωραία επίσκεψη έπειτα από περίπου ένα χρόνο, υπολογίζω, της διακυβέρνησης του. Θα είναι ένα βροχερό απόγευμα που θα μας ανακοινώσει η δίωξη του ηλεκτρονικού εγκλήματος τη διακοπή παροχής ίντερνετ επ’ αόριστον. Έπειτα από την πάροδο μιας κάποιας ψυχοφθόρας περιόδου αναμονής, ένα συννεφιασμένο πρωϊνό, θα μας σπάσουν στο ξύλο, μέσα στο σπίτι μας παρακαλώ. Έπειτα απ’ όλα αυτά, τολμώ να υποθέσω, ένα ηλιόλουστο πρωϊνό θα βρεθούμε να σπάμε με αξίνες μάρμαρο ναξιώτικο με αντάλλαγμα ένα πιάτο κακομαγειρεμένο φαΐ.


4) Οι διαδηλωτές θα πρέπει να πάψουν να ‘απευθύνονται’ σε τρίτους. Έπειτα από την κρατική καταστολή της 29ης Ιουνίου δεν έχει νόημα να ψάχνεις εναγωνίως τρόπους ώστε να κοινωνήσεις σε Μ.Μ.Ε. και άλλους την αδικία που υπέστης (εκτός κι αν θέλεις να κινηθείς -μαζικά- νομικά). Θα πρέπει να κοινωνήσεις την εμπειρία σου αλλά και την οργή σου σε εκείνους που τη μοιράστηκαν μαζί σου. Οι λίγες χιλιάδες που βίωσαν την βία μετά από ένα ανέμελο μήνα είναι -προς στιγμήν- μόνοι τους. Οι τριακόσιες χιλιάδες που βόλταραν εκείνη τη Κυριακή το απόγευμα γύρω από το Σύνταγμα δύναται να εμφανιστούν ξανά αλλά δύναται και να μην εμφανιστούν ξανά κάπου σύντομα. Ίσως να φταίει που δεν έχει ανακυρηχθεί επίσημα η πτώχευση. Ίσως το ότι είναι νοικοκυραίοι. Ποιος ξέρει.


5) Street politics; a note:
 
In a highly influential article discussing the role of Black Bloc in the Seattle protests, “On the Phenomenology of Giant Puppets”, Graeber explains some of the theory behind the aesthetics of the movement.  He writes,

“Consumer capitalism renders us isolated passive spectators, our only relation to one another our shared fascination with an endless play of images that are, ultimately, representations of the very sense of wholeness and community we have thus lostProperty destruction, then, is an attempt to “break the spell”, to divert and redefine.  It is a direct assault on the Spectacle.”

The smashing of windows breaks us out of the magical hold that capitalism has over us, which makes us forget that there are alternative ways of living.  However, property destruction is only one side of the coin.  The other is giant puppets.

The Seattle protests saw a proliferation of giant puppets paraded through the streets.  Graeber argues that the police actually hated the puppets more than Black Bloc and destroyed them whenever they got the chance.  Why?  

The puppets showed the ability of activists to turn ephemeral concepts and substances – “ideas, paper, wire mesh” – into real, tangible challenges to authority.  The puppets represented the possibility of new forms of power, of creativity, of new ways of seeing and thinking.  This was much more of a threat to the police (a status quo institution) than the property damage of Black Bloc, which they knew how to deal with.
The puppeteers also served a more practical purpose.  When violence looked imminent they stepped in to diffuse the situation, creating a playful, carnival atmosphere to counter the aggression of the bloc and riot police.



6) Οι της πλατείας του Συντάγματος πάντως στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Απλά δε ξέρω πόσος Jerry Rubin κρύβεται μέσα τους και πόσος Guy Debord. Θα δείξει.