29.4.09

PVC-1



Το PVC-1, το ντεμπούτο του Σπύρου Σταθουλόπουλου που προβάλλεται από σήμερα στις αίθουσες, προκάλεσε αίσθηση πέρυσι κατά τη προβολή του στο φεστιβάλ των Καννών (Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών). Επίσης, στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης απέσπασε 4 βραβεία (Αργυρός Αλέξανδρος, Βραβείο Κοινού, Α' Αντρικού ρόλου, FIPRESCI).
Το αξιοσημείωτο με το PVC-1 συνίσταται στο ότι είναι όλο γυρισμένο με μία λήψη 85 λεπτών. Ο Σταθουλόπουλος, γνωρίζοντας τους περιορισμούς που έχει το γύρισμα σε φιλμ 35mm, αποφάσισε να γυρίσει την ταινία σε miniDV. Ο Alexander Sokourof με το “Russian Ark” είχε πράξει κάτι ανάλογο, ωστόσο οι δύο ταινίες είναι αρκετά διαφορετικές ως προς τις προθέσεις τους αλλά και την υλοποίηση τους.
Ο Σταθουλόπουλος χειρίστηκε ο ίδιος τη στέντι-καμ. Σε τέσσερις ημέρες έγιναν τέσσερις διαφορετικές λήψεις καλύπτοντας κάθε φορά απόσταση περίπου έξι χιλιομέτρων στην Κουντιναμάρκα της Κολομβίας. Η τέταρτη λήψη ήταν και αυτή που τελικά επιλέχθηκε.Οι ηθοποιοί - ερασιτέχνες και επαγγελματίες - είχαν θεατρική εκπαίδευση ώστε να καταφέρουν να υποδυθούν τους ρόλους τους μπροστά στην κάμερα χωρίς οδηγίες από τον σκηνοθέτη. Το φιλμ είναι low-budget, κόστισε $500.000.
Η ταινία είναι εμπνευσμένη από μια αληθινή ιστορία που συνέβη το 2000 στην Κολομβία. Μια ομάδα εγκληματιών εισβάλλει στο σπίτι μιας πενταμελούς οικογένειας, τοποθετούν μια βόμβα στο λαιμό της μητέρας (PVC-1 είναι το υλικό με το οποίο έχει κατασκευαστεί το περίβλημα της βόμβας) και ζητούν λύτρα για να μην την ενεργοποιήσουν. Ένας αγώνας δρόμου αρχίζει για την οικογένεια, ώστε η γυναίκα να σώσει τη ζωή της...
Αρχικά παρακολουθούμε την περιπλάνηση της μητέρας, του πατέρα και της μεγάλης κόρης ενώ η δραματουργία κορυφώνεται όταν θα συναντήσουν τον πυροτεχνουργό. Ένας παρατεταμένος (ανατριχιαστικός) ήχος ακούγεται κάθε τόσο από το μηχανισμό της βόμβας. Η μητέρα φωνάζει.. «τα καθάρματα μου έκλεψαν το χρόνο, δεν έχω χρόνο για κανέναν.» Η έννοια του χρόνου διατρέχει όλο το έργο, η ταινία διαδραματίζεται σε “real time”, άλλωστε. Ο σκηνοθέτης σε δηλώσεις του υποστήριξε ότι η αληθινή αυτή ιστορία τον κέντρισε γιατί θίγει δύο προβλήματα που τον απασχολούν: «Το πόσο άτεγκτος είναι ο χρόνος και το πόσο ευαίσθητη είναι η ζωή» […] η συγκεκριμένη ταινία έχει άμεση σχέση με τον χρόνο και τον χρόνο δεν μπορούμε να τον τεμαχίσουμε.»
Το φιλμ του - γεννημένου στη Θεσσαλονίκη και μεγαλωμένου στη Κολομβία -σκηνοθέτη, δεν καταφέρνει να απογειωθεί ποτέ. Προς το τέλος της της ταινίας, παρακολουθούμε τον πυροτεχνουργό να προσπαθεί να αποσυνδέσει τη βόμβα∙ την ίδια στιγμή, αφηγείται μια ιστορία στην γυναίκα, μια ιστορία που μοιάζει με «μαγικό» παραμύθι. Αυτή διψάει∙ ένας στρατιώτης της φέρνει ένα μπουκάλι νερό. Κατόπιν, η γυναίκα σκύβει και του δένει τα λυμένα κορδόνια του. Απευθύνεται σ΄αυτόν, σχεδόν μητρικά, δίνοντας του μια συμβουλή. Η όλη σκηνή (η μόνη στην οποία ο φρενήρης ρυθμός της ταινίας καταλαγιάζει), έχει μια γεύση από το μαγικό ρεαλισμό που διατρέχει τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνική παράδοση. Η ταινία ωστόσο, γρήγορα επανέρχεται στο «γυμνό»-ρεαλιστικό της μοτίβο.
Η απουσία εμβάθυνσης στα ζητήματα που θέτει η ταινία είναι αισθητή, μα ούτως ή άλλως, ο στόχος και η ουσία της είναι διαφορετικός. Ο Σταθουλόπουλος παραδίδει ένα action film μικρού προϋπολογισμού που λειτουργεί ως άσκηση ύφους και δυνατοτήτων, ταυτόχρονα. «Με τους κυνηγούς ταλέντων να αναζητούν τον επόμενο Alejandro Inarritu (“Babel”, “21 Grams”) σκηνοθέτες που επιδεικνύουν μια μοναδική σκηνοθετική γραφή όπως ο Σταθουλόπουλος, υπήρξαν από τους πιο περιζήτητους ανθρώπους στο φετινό (2007) φεστιβάλ των Καννών» σύμφωνα με το The Hollywood Reporter. Πράγματι, ο Σταθουλόπουλος ετοιμάζει αυτή τη περίοδο την επόμενη ταινία του στα studios της Warner στο Χόλιγουντ...
Εδώ


Τάκις vs Δήμος Αθηναίων: μια ρεαλιστική, (μη) «ηθική», διάσταση του προβλήματος.




Απομακρύνθηκαν πρόσφατα από την Διονυσίου Αεροπαγίτου, τα «Σινιάλα» του Τάκι. Εκεί τοποθετήθηκαν το 2004, στα πλαίσια της εκδήλωσης Athens By Art, λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Τα αιολικά έργα του καταξιωμένου παγκοσμίως καλλιτέχνη, αρχικά παραχωρήθηκαν δωρεάν για το σύντομο χρονικό διάστημα που θα διαρκούσαν οι Αγώνες.
Σε μια περίοδο που οι υπεύθυνοι προσπαθούσαν να συμμαζέψουν την εικόνα της πόλης, η δήμαρχος της Αθήνας Ντόρα Μπακογιάννη, σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου του Τάκι, ζήτησε από τον ίδιο κάποια έργα του. Ύστερα από τη λήξη των Αγώνων, του πρότεινε να παραμείνουν τα «Σινιάλα» σε δημόσια θέα. Η συμφωνία επιτεύχθηκε στις 80.000 ευρώ, όσα χρειαζόταν ο καλλιτέχνης για να καλύψει τα έξοδα του Κέντρου Επιστημών και Τεχνών (ΚΕΤΕ) που διευθύνει.
Τέσσερα χρόνια μετά, ο Δήμος – με νέο δήμαρχο πλέον - του ζήτησε να απομακρύνει το έργο του. Τα λεφτά της (μάλλον ομιχλώδους σύμφωνα με το Δ. Ρηγόπουλο της Καθημερινής) συμφωνίας, δε του δόθηκαν ποτέ. «Το θέμα είναι ηθικό κυρίως», δήλωσε ο Τάκις.
Είναι σαφές ότι το δίκιο είναι με το μέρος του. Εγείρονται όμως ερωτήματα τα οποία χρήζουν περαιτέρω επεξεργασίας. Δε θέλει πολύ φαντασία για να αντιληφθεί κάποιος τρίτος (πόσο μάλλον οι εμπλεκόμενοι) ότι το καθεστώς με το οποίο έγινε εξαρχής η συναλλαγή ήταν η προχειρότητα, σύμφωνη με τις συνήθεις πρακτικές των υπεύθυνων-ανεύθυνων του κρατικού μηχανισμού. Ενόψει Ολυμπιακών Αγώνων, κρίθηκε αναγκαία μια δόση από Τάκι∙ Έλληνας με παγκόσμια απήχηση του οποίου το έργο εκτίθεται δημοσίως στο Παρίσι εδώ και χρόνια, κρίθηκε κατάλληλος για να τονώσει το κοσμοπολίτικο χαρακτήρα μιας πρωτεύουσας β΄(ευρωπαϊκής) κατηγορίας.
Η επιλεκτική κρίση αφέλειας ανθρώπων με πενήντα χρόνια καριέρας (έννοιες ολότελα ξένες η μία προς την άλλη) είναι κάτι αξιοπερίεργο. Συνήθως κάνει την εμφάνιση της στις «δύσκολες» στιγμές. Ο Τάκις ανακάλυψε στα 83 του πώς το αλισβερίσι με τους κρατικούς φορείς στα γνωστά πλαίσια της έλλειψης μακρόπνοης προοπτικής και σχεδιασμού, εκτός από τα προφανή οφέλη (σε γενικότερο επίπεδο σημαίνει εύκολα χρήματα και/ή αδιαφανείς διαδικασίες), έχει και αναποδιές.
«Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε βάλει κατ' αρχάς τη Μερκούρη, η μόνη που με στήριξε για το ίδρυμά μου. Ο Βενιζέλος πάλι, πολύ μορφωμένος άνθρωπος. Δεν έβαλαν γιατρουδάκια και καθηγητές και δεν ξέρω τι. Η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη, σημερινή υπουργός Εξωτερικών, είχε σύμβουλο τον Κώστα Βαρώτσο στα καλλιτεχνικά, που γνώριζε το αντικείμενο. Σήμερα ο δήμος έχει την κ. Δασκαλάκη, η οποία είναι ανίδεη όσον αφορά στην τέχνη». Οι καυστικές δηλώσεις-προτιμήσεις του Τάκι σε βάζουν σε δεύτερες σκέψεις. Το όλο θέμα ανάγεται στις αποφάσεις των εκάστοτε υπευθύνων με τους οποίους συνδυαλέγεσαι. Δεν τίθεται θέμα ηθικής, λοιπόν∙ τίθεται θέμα προσωπικών συμφωνιών – σχέσεων – προτιμήσεων.
Το.. «με μισούν στον τόπο μου...» λοιπόν, ακούγεται παράταιρο, άστοχο, και λαϊκίστικο. Η δήλωση αυτή εκτός του ότι είναι τετριμμένη, είναι επίσης υπερφίαλη και περιέχει μια (ενοχλητική) δόση «ελληνικότητας». Είναι αλήθεια βέβαια, ότι όσοι δρουν και δημιουργούν με επιτυχία στο εξωτερικό πολλές φορές αντιμετωπίζονται εχθρικά από συνάδελφους και παράγοντες κάθε είδους που βρίσκονται εντός των συνόρων (η αποθέωση της «μικρότητας», με άλλα λόγια).
Είναι επίσης αλήθεια όμως, ότι η μεμψιμοιρία του Τάκι ηχεί σαν μια ματαιόδοξη επίδειξη ανωτερότητας∙ είναι και αυτή η «καταραμένη» φράση περί του... «τόπου του» που δεν σου αφήνει και πολλά περιθώρια...





Εξάγοντας την δυσφορία: συγκέντρωση διαμαρτυρίας στη Χάγη, 09/12/2008.

















Οι φωτογραφίες προέρχονται από την συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην Χάγη της Ολλανδίας στις 9 Δεκέμβρη. Περίπου 200 άτομα, στην πλειοψηφία τους Έλληνες φοιτητές αλλά και Ολλανδοί της ακρο-αριστερής πτέρυγας, συμμετείχαν στη πορεία προς την Ελληνική πρεσβεία. Ειδικές δυνάμεις της Ολλανδικής αστυνομίας απέκλεισαν το δρόμο που βρίσκεται η πρεσβεία απαγορεύοντας στους διαδηλωτές να προσεγγίσουν το σημείο.

 Ύστερα από την διαμαρτυρία, βαδίζοντας προς τον σταθμό των τραίνων μετά συνοδείας περιπολικών και ισχυρής αστυνομικής παρουσίας, ειδικές δυνάμεις έκαναν δύο φορές «εντυπωσιακή» εμφάνιση βγαίνοντας από στενά και τρέχοντας προς το μέρος των διαδηλωτών με προτεταμένες τις ασπίδες τους, σε θέση μάχης, διατηρώντας βέβαια μια απόσταση ασφαλείας. Η Χάγη, έδρα πολλών θεσμών των Ηνωμένων Εθνών, δεν ήταν διατεθειμένη να ανεκτεί ταραχές (όχι πως και η υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να συμβούν).




Η διαμαρτυρία στην Χάγη ήρθε να προστεθεί στις (ειρηνικές) καταλήψεις των πρεσβειών σε Λονδίνο και Βερολίνο καθώς και τη σειρά κινητοποιήσεων σε πολλές γωνιές της Ευρώπης και του κόσμου (Παρίσι, Βρυξέλλες, Εδιμβούργο, Δουβλίνο, Ρώμη, Κοπεγχάγη, Μόσχα, Νέα Υόρκη, Μελβούρνη, Μαδρίτη και σε πολλές πόλεις της Γερμανίας και της Ιταλίας, μεταξύ άλλων).



Φωνή διαμαρτυρίας κατά της διαφθοράς στο αστυνομικό σώμα, κατά της διαινιζόμενης ατιμωρησίας, αλλά και όχι μόνο. Το κύμα δυσαρέσκειας-διαμαρτυρίας που ρέει στη χώρα σχετίζεται με μια γενικότερη νεολαϊίστικη απογοήτευση.

Στον τομέα της εκπαίδευσης, η χώρα μας βρίσκεται στον πάτο. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Έλληνας φοιτητής δεν συναντώνται σε καμία χώρα της προηγμένης Ευρώπης. Η... (α)πιθανότητα εύρεσης εργασίας ενός απόφοιτου Ελληνικού πανεπιστημίου προκαλεί τουλάχιστον ανασφάλεια που συχνά μετατρέπεται σε απογοήτευση∙ η έκρηξη οργής των τελευταίων ημερών ήταν θέμα χρόνου.

Πρόσφατα στο Άμστερνταμ φοιτητές πραγματοποίησαν συγκέντρωση διαμαρτυρίας. Κεντρικό αίτημα ήταν η απόσυρση του σχεδίου για μια κάποια αύξηση των λιγοστών διδάκτρων που υποχρεώνονται να πληρώνουν οι Ολλανδοί φοιτητές. Επιπροσθέτως, ζήτησαν τη χρήση “environmental friendly” υλικών, organic food στις καντίνες και άλλα σχετικά...




Η δευτερεύουσα σημασία των αιτημάτων τους υποδηλώνει το προφανές: κάποια «βασικά» προβλήματα έχουν ήδη λυθεί. Δεν είναι πρόθεση του γραφόντος να εξιδανικεύσει την Ολλανδική πραγματικότητα. Δεν υπάρχει πουθενά η “Neverland” που κάποιοι φαντασιώνονται.


Είδος προς εξαφάνιση στα μέρη μας (στην γερασμένη ελληνική κοινωνία), με μεγάλα ποσοστά ανεργίας (η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό όχι μόνο στην ευρωζώνη αλλά και στην Ευρώπη των "27" στην ανεργία νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών), ο «νέος» είναι το κεντρικό πρόσωπο της κρίσης των ημερών.
Ούτε οι κουκουλοφόροι, ούτε οι καταστροφές∙ ούτε ο δολοφόνος, ούτε ο Καραμανλής∙ ούτε η Ασφάλεια, ούτε το άσυλο∙ ούτε τα κατεστραμμένα μαγαζιά, ούτε οι έκτακτες εκπομπές των Μ.Μ.Ε..

Ο Μόνος πρωταγωνιστής των ημερών είναι ο νέος που βρίσκεται στους δρόμους και οφείλει να απαιτήσει ριζοσπαστικές αλλαγές, ανατροπές, εκτροπές κάθε είδους και με κάθε τρόπο...

Αορίστου χρόνου.



Η γραφειοκρατία είναι παντού ίδια∙ το σφίξιμο στο στομάχι δεν μπορείς να το αποφύγεις. Η σκέψη ενός δαιδαλώδους συστήματος το οποίο οφείλεις να κατανοήσεις ώστε να καταφέρεις να υπάρξεις στο κοινωνικό γίγνεσθαι, είναι απεχθής. Προκαλεί κοιλιακές διαταραχές∙ ενίοτε και ναυτία.
Στην Ελλάδα, όλοι το γνωρίζουμε, η διαδικασία έχει ένα επιπλέον ψυχικό κόστος∙ οφείλεις να αντιπαρατεθείς (συνήθως πρωϊνές ώρες!) με τον αντιπρόσωπο του διαβόλου επί (ελληνικής) γης: το όνομα του άγνωστο, η φορεσιά του, αυτή του δημόσιου υπάλληλου. Στον ιδιωτικό τομέα, ίσως (λέμε, ίσως) οι ανέμοι να είναι κατά τόπους ασθενέστεροι, εντούτοις είναι σαν να βρίσκεσαι στην παραλία το καλοκαίρι∙ επιθυμείς άπνοια για να απολαύσεις τη θάλασσα. Κατά τον ίδιο τρόπο επιθυμείς άπνοια εντός των τοιχών του γραφειοκρατικού τέρατος, δεν υπάρχει λόγος να ξεκινήσει στραβά η μέρα σου.
Ξέχωρα από τους καυγάδες, λογομαχίες, ειρωνίες και λοιπές ευγενείς συμπεριφορές και τακτικές οι οποίες (για να είμαστε και πραγματιστές γκρινιάρηδες) δεν λαμβάνουν χώρα μονίμως, αυτό που δηλώνει παρών ΣΕ ΚΑΘΕ επαφή με τον αντιπρόσωπο του «άυλου» εχθρού σου είναι η απουσία του χαμόγελου∙ έναντι αυτού, στρογγυλοκάθεται μια ξινισμένη, βαριεστημένη, ντεκαβλέ (sic) γκριμάτσα (το πρόσωπο είναι παραμορφωμένο, εκείνη τη στιγμή) η οποία εκφράζει αποδοκιμασία, εκδίδει αυταπάγγελτα το κατηγορητήριο (είμαι αθώος!) και above all αντικατοπτρίζει την καταπίεση, το αίσθημα του εγκλεισμού πίσω από τα (σχεδόν πάντοτε) ψηλά γκισέ.
Στην Ολλανδία λοιπόν, το χαμόγελο είναι μονίμως παρόν. Η εγκαρδιότητα που σου εμπνέει όμως απουσιάζει. Πρόκειται περί μεταλλαγμένου χαμόγελου, περί μιας φθηνής ρέπλικας. Η συλλογική υστερία-νεύρωση του Δυτικού πολιτισμού συναντά τους πατροπαράδοτους (ορίστε και οι χυδαίες γενικεύσεις, αντίδοτο στον καταναγκασμό του ανελέητου academic researching) τρόπους καλούς ευγενείας των Βορειοευρωπαίων με αποτέλεσμα τη γέννηση ενός τέρατος: το χαμόγελο είναι επιτηδευμένο, η φωνή μεταλλάσεται, η έκφραση του προσώπου θυμίζει Annette Bening στο «American Beauty».
Το σύνηθες, “Ok! Byeee…” του αποχαιρετισμού σε κάνει να θέλεις να φύγεις τρέχοντας και να μην ξαναγυρίσεις (δυστυχώς πρέπει∙ η γραφειοκρατία είναι ένα universal τέρας). Η εκφορά της, τυπικής κατά τα άλλα φράσης, φέρνει στο νου την εικόνα ενός νευρωτικού-σνομπ-ευπαρουσιάστου θυληκού που ανακουφίζεται από την αποχώρηση σου από το πάρτυ που έλαβε χώρα στο σπίτι της και στο οποίο παρευρέθηκες από... σπόντα∙ είσαι ανεπιθύμητος, πρέπει να σφουγγαρίσει επιτόπου τις μεθυσμένες αναμνήσεις σου...
Foto - selyfriday

Eurovision: η γραφικότητα στην υπηρεσία μιας φαντασιακής πολιτικής αντιπαράθεσης.






 Για τη φαιδρότητα - σε όρους πολιτιστικής αξίας - ενός θεσμού σαν την Eurovision δεν αμφιβάλλει κανένας. Πρόκειται για ένα κακόγουστο, γκροτέσκο θέαμα, η γιγάντωση του οποίου, καταλήγει να του στερεί τον όποιο λόγο ύπαρξης: η γιορτή της «ελαφρότητας» αναγόμενη σε απενοχοποιημένη πολιτιστική έκφραση της στερούμενης από «βαριά κουλτούρα» μάζας, την άγνοια - «ανεμελιά» της οποίας αντικατόπτρισε - ιδανικά φέτος - στο συλλογικό φαντασιακό η Καλομοίρα, αποκόπτεται από τη μη-ουσία της. Αυτή συνίσταται στο γιορτινό, θαρρείς χριστουγεννιάτικο, περιτύλιγμα του ασήμαντου.
  Ταυτόχρονα όμως, η λαϊκή εμπορο-πανήγυρης των ευρωπαίων 2ης κατηγορίας μας απασχολεί για άλλους λόγους. Τα καθιερωμένα 12αρια από τη Κύπρο προς το ανάδελφο ελληνικό έθνος, δυστυχώς για τους φαν της Καλομοίρας, αποτελούν διεθνή πρακτική. Τα... γεωπολιτικά παιχνίδια στη πλάτη της Eurovision αναδεικνύονται σε θέμα εθνικού συμφέροντος στα μεσημεριανά μαγκαζίνο κοσμικής δυσοδίας, και η κατατρεγμένη - ορθόδοξη - Ελλάδα μοιάζει να παλεύει μόνη της με τα... θηρία του ανατολικού μπλοκ.
  Η μέθοδος ψηφοφορίας θέλει το κοινό να αποφασίζει για τα τραγούδια που πριμοδοτούνται από κάθε χώρα. Όλη αυτή η παραφιλολογία γύρω από το θέμα των σκοτεινών εθνικών συμφερόντων που εξυπηρετούνται μέσω του... πολιτικού βαρόμετρου της Eurovision, προκαλεί μια παραζάλη στους ψηφοφόρους: κάθε ψήφος καθίσταται πολύτιμη ως προς την ανάδειξη του μεγαλείου της ψηφιζόμενης χώρας αλλά και όπλο εναντίον των (παραδοσιακών) εχθρών που καλό θα ήταν να καταψηφιστούν. Το σενάριο που θα ήθελε τους τηλεθεατές να ψηφίζουν σύμφωνα με μια άναρχη βούληση η οποία θα προέκυπτε από τη διάθεση που απορρέει από τις μπύρες και τα σνακς που καταναλώνουν ενόσω τα βλέμματα τους παραμένουν καρφωμένα στο μήκος της φούστας των υποψήφιων, μάλλον πως δεν επαληθεύεται.
  Βρισκόμαστε ενώπιον μιας υποτιθέμενης άσκησης πολιτικής, η οποία (εν την απουσία της) αναπαράγει επικίνδυνα κλισέ και συντηρεί μια απαρχαιωμένη - επιπέδου (διορθωμένων!) σχολικών εγχειρίδιων ιστορίας - αντίληψη εθνικών προκαταλήψεων ή προτιμήσεων. Υπαρκτή (το «αλάνθαστο» κριτήριο της λαϊκής ανόθευτης βούλησης) ή κατασκευασμένη (η αυθαιρεσία της εξουσίας), το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η συμβολική αξία που φέρει η επικράτηση της άποψης περί πολιτικοποίησης της Eurovision (η οποία έντεχνα προωθείται), καταλήγει να ισούται με την ίδια την (εξωπραγματική) πιθανότητα εξυπηρέτησης πολιτικών παιχνιδιών.
  Αυτή η ψευδεπίγραφη συνθήκη πολιτικής αντιπαράθεσης προσφέρει ένα δεκανίκι στους αδυνάτους∙ η Eurovision έρχεται να υποκαταστήσει ένα έλλειμα διεθνούς πολιτικής και επιρροής. Οι ισχυροί της Ευρώπης δε σνομπάρουν, μήτε και βαρέθηκαν τη Eurovision∙ απλά δεν την έχουν ανάγκη. Η υπεροχή τους, εκφραζόμενη σε κάθε ιχμάδα πολιτιστικής και μη έκφρασης, είναι αδιαμφισβήτητη.
  Επιπρόσθετα, στον καιρό του globalization, οι ισχυροί της Ευρώπης δείχνουν να μην έχουν θέση στο παρωχημένο παιχνίδι εθνικών αντιπαραθέσεων που διεξάγεται στα πλαίσια της Eurovision. Στα πλαίσια του χρηματοοικονομικού καπιταλισμού, οι γραφικές (μα συνάμα και επικίνδυνες) κόντρες που βασίζονται σε εθνικά χαρακτηριστικά, παραδοσιακές φιλίες και φαντασιακούς πολιτιστικούς δεσμούς, μοιάζουν να μην έχουν θέση στην διπλωματική ατζέντα των μεγάλων δυνάμεων.
  Ανακεφαλαιώνοντας: η Eurovision ως εθνική υπόθεση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η υπενθύμιση της στενομυαλιάς και η επικύρωση της κατευθυνόμενης σκέψης. Η πολυπόθητη εθνική ανάταση μέσω της πρωτιάς είναι απλούστατα, η επιβεβαίωση της ανυπαρξίας και της φθήνιας. Τέλος, η αγωνία ενός λαού για την «επιτυχία», συνεπάγεται την αυτό-στέρηση της όποιας δυνατότητας για ψυχαγωγία δύναται να προσφέρει ο θεσμός του euro-kitch∙ κάτι σαν το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου και τους ελληναράδες-«ποδοσφαιρόφιλους», δηλαδή...

Kylie Minogue: Λάιβ στην Αθήνα (22/05/08)



Ήρθε λοιπόν η Kylie, έδωσε το -μεγάλων διαστάσεων- show της και όλα πήγαν κατ΄ευχήν, ή μάλλον, σχεδόν όλα. Η βραδιά ήταν ικανοποιητική, αλλά δυστυχώς, δεν απογειώθηκε ποτέ.

Ο κόσμος, αρκετά λιγότερος από τις προσδοκίες (το VIP πάντως ήταν φίσκα), ενώ το διάζωμα που χωρίζει τον κεντρικό χώρο μάλλον πως στέκεται εκεί για να σου χαλάει τη διάθεση: τα μεγάλα κενά που δημιουργούνται αν ο κόσμος δεν είναι πολύς (όπως και έγινε την Πέμπτη), ματαιώνουν την απαιτούμενη πυκνότητα μιας συναυλίας. Λίγο αυτό, λίγο το γεγονός ότι ήταν Μάιος και όχι Ιούλιος, και αρκετά το ότι η κατανάλωση ποτών ήταν η μικρότερη -ever- που έχει παρατηρηθεί σε συναυλία (οι μαρτυρίες ότι ζητούσαν cocktails με ευφάνταστα ονόματα σε μακρόστενα γυάλινα ποτήρια, ελέγχονται ως ανακριβείς), δε συνετέλεσαν στο να ανέβει η θερμοκρασία των -καλλίγραμων σωμάτων- των παρευρισκομένων.

Από μουσικής απόψεως... όλα καλά! Οι επιτυχίες ήταν όλες εκεί, τα απαραίτητα μουσικά περάσματα από κάθε είδος -popular- μουσικής έγιναν (από latin σε disco και από καθαρόαιμη ’80s pop στη πιο κλαμπάτη 00’s pop) μέχρι και το Copacabana -αχ και να ‘μασταν σε μια παραλία τώρα, τι τις θέλαμε τις Μαλακάσες- ακούσαμε. Τη παράσταση φυσικά, έκλεψαν τα "Love at First Sight", "Can’t Get You Out of My Head", "In Your Eyes", "The Locomotion"," I Should Be So Lucky"…

Η πλειάδα των χορευτών, εναρμονισμένοι με τις συχνές ενδυματολογικές αλλαγές της Kylie (κορυφαία αναμφισβήτητα, η αθλητική περιβολή του τύπου «παίζω σε ομάδα του αμερικάνικου football και κρατώ ένα pom-pon στο χέρι», όχι κράνος δε φορούσε), συμμετείχαν στη προσπάθεια σεξουαλικής διέγερσης του κοινού. Σ΄αυτό βοηθούσαν και οι προβολές στη μεγάλη οθόνη στο πίσω μέρος της σκηνής, που στόχευαν (σχεδόν) αποκλειστικά στη λίμπιντο του ομοφυλόφιλου κομματιού του συναυλιακού πληθυσμού: τα ναυτάκια των Pierre et Gilles , με την ασορτί εμφάνιση του χορευτικού crew, ήταν δίχως αμφιβολία το highlight.

Η πανδαισία χρωμάτων και σχημάτων που ξεχυνόταν από το videowall, έδινε τον απαραίτητο τόνο kitch γκλαμουριάς: το kitch, άλλωστε, είναι εγγύηση επιτυχημένου party∙ οι κακόγουστοι ικανοποιούνται δίχως περαιτέρω μπερδέματα, ενώ σ’ αυτούς με το κάπως πιο... εκλεπτυσμένο γούστο θα προκαλέσει έναν απενοχοποιημένο, καλοδεχούμενο τόνο ευθυμίας.

Το show, διήρκεσε κάτι παραπάνω από δύο ώρες.


Tips:
• O πισινός της Kylie δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτόν που επιδυκνύει στο ευφάνταστο videoclip του Spinning Around∙ είναι πιο γήινος, δηλαδή πιο «πλούσιος», πιο πληθωρικός ή με άλλα λόγια, απλά καλύτερος.

• Ίσως και να ήταν οι γόβες στιλέτο (σε αντιδιαστολή με το ανώμαλο έδαφος του TerraVibe) που χάλασαν, εν τέλει, το πάρτυ∙ ο γυναικείος πληθυσμός παρέμεινε ακινητοποιημένος στη θέση του, καθόλη τη διάρκεια της βραδιάς.



foto: Stratos Bacalis



Banksy: ο πρίγκηπας της Δυτικής Όχθης.




Το Τείχος του Μίσους: έτσι βαπτίστηκε το τείχος που κατασκεύασαν οι Ισραηλινοί για να προστατευθούν από τις επιθέσεις αυτοκτονίας των Παλαιστίνιων. Οι επιθέσεις αυτοκτονίας μειώθηκαν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των Ισραηλινών∙ στην πραγματικότητα όμως, απλά αντικαταστάθηκαν από επιθέσεις με ρουκέτες. Το τείχος, όταν ολοκληρωθεί, θα έχει μήκος 703 χιλιόμετρα∙ πίσω από το τείχος θα βρίσκεται η μεγαλύτερη (ανοικτή) φυλακή του κόσμου.[1]
Η κατασκευή του Τείχους της Ντροπής, οδηγεί 250.000 Παλαιστίνιους στο να απομονωθούν από τη Δυτική Όχθη. Οι συνέπειες, για μερικά κομμάτια του πληθυσμού, είναι τραγικές. Άλλοι έχασαν τη γη τους (και τη δυνατότητα να βιοπορίζονται, δηλαδή), σε ορισμένες περιπτώσεις, η ιατρική περίθαλψη είναι σχεδόν αδύνατη∙ αποστάσεις δέκα λεπτών μετατράπηκαν σε δύο ώρες.[2] Ολόκληρα χωριά αποκλείστηκαν μέσα στις ελικοειδείς διαδρομές του τσιμεντένιου ογκόλιθου∙ χωριά που κατοικούνται από «ελεύθερους» πολιορκημένους Παλαιστίνιους.
Το Τείχος θεωρείται παράνομο από τα Διεθνές Δικαστήριο και σύσσωμη τη διεθνή κοινότητα. Το Ισραήλ παραμένει αμετακίνητο στις νοσηρές θέσεις του.

Τον Αύγουστο του 2005 ο Banksy (βρετανός graffity artist) επισκέφθηκε το τείχος∙ με 9 σχέδια του, εξέφρασε την οργή του για το αποτρόπαιον του πράγματος. Τα stencils του Banksy κινούνται μεταξύ του παραλόγου και του ονειρικού: ένα γιγάντιο ψαλίδι που κόβει το τείχος∙ ένα κοριτσάκι που κρατώντας μερικά μπαλόνια, ετοιμάζεται να πετάξει πάνω από το τείχος∙ δύο αγοράκια κρατώντας μπογιές ζωγραφίζουν μια ρωγμή στο τείχος: μέσα από τη ρωγμή ξεπροβάλλει ένας τροπικός παράδεισος.
 

Ο Banksy στο site του αναφέρει μια συνομιλία που είχε με έναν ηλικιωμένο Παλαιστίνιο ο οποίος αφού τον πλησίασε, του είπε ότι ο τοίχος μοιάζει πιο όμορφος με τα σχέδια του. Ο Banksy τον ευχαρίστησε. Η απάντηση του ντόπιου ήταν, "δε θέλουμε να δείχνει πιο όμορφος, μισούμε αυτόν τον τοίχο, go home". Όταν τη βαρβαρότητα (και τη τραγωδία που αυτή συνεπάγεται) δεν τη χωράει ο νους, στην τέχνη απομένει ένας άχαρος ρόλος. Φαντάζει μετέωρη, ακίνδυνη, περιττή. Η απόγνωση του Παλαιστίνιου δεν εκπλήσσει.
Εντούτοις, όταν οι προβολείς της δημοσιότητας στρέφονται προς το ειδεχθές, μια (εφήμερη) νίκη έχει κατακτηθεί. Το πρόσκαιρο σφίξιμο στο στομάχι του αναγνώστη (έως ότου το βλέμμα του συναντηθεί -ίσως στην επόμενη σελίδα- με μια διαφήμιση πολυβιταμινούχων σκευασμάτων, και... του περάσει) είναι η αφετηρία της μακράς πορείας (μάταιης, επίπονης μα και λυτρωτικής, ταυτόχρονα) που πρέπει να διανύσει κανείς, αν θέλει να φτάσει στην αλήθεια.

17.1.09

Στα υπαρξιακά χαρακώματα: εξαπατώντας τον εαυτό σου δίχως να το καταλαβαίνεις έγκαιρα (όχι πως σε νοιάζει και το timing, βέβαια).



Ανέκαθεν μέσα μου πάλευαν η «ταπεινότητα» και ο Νιτσεϊκός Υπερ-Άνθρωπος. Η μάχη σκληρή, διαρκής, επίπονη.

Ταπεινότητα: χριστιανικής προελεύσεως εξ ανατροφής, με σεβαστές δόσεις από post-Buddhist Zen (σε μια πιο Αμερικανοποιημένη εκδοχή του) και «αριστερής» λιτότητας-μετριοπάθειας-ολιγάρκειας.

Υπερ-Άνθρωπος: ακαδημαϊκής προελεύσεως με ισχυρές δόσεις από (ψευδό) high-culture και σχηματοποιημένης ύστερα από την κοινωνική ζύμωση με μυριάδες (ψευδό) Υπερ-Άνθρωπους:

· well-educated people με ισορροπημένη κοινωνική ζωή και επαγγελματική σιγουριά-ασφάλεια∙ συνήθως υποφέρουν από μοναξιά∙ τέλος, συνήθως δεν «καταλαβαίνουν» τη δυστυχία-απογοήτευση του άλλου, συνεπώς η μοναξιά γίνεται ανυπόφορη

· snobbish-good looking-ευκατάστατους καταφερτζήδες με κοινωνική αναγνώριση και συνήθως καλλιτεχνικές βλέψεις∙ συνήθως τις Κυριακές τα βράδια ξεσπάνε σε κλάματα

· rationalized τέρατα με εξωφρενικές ικανότητες, δυνατότητες, ισορροπία, παράγωγα μιας εποχής που φθάνει οσονούπω, και κοιτά προς την τελειότητα∙ μοναδικό τους κουσούρι το γεγονός ότι μπορούν να μιλούν για ένα σωρό πράγματα με επιτυχία, χωρίς όμως «να έχουν κάτι να πουν»∙ συνήθως δεν καταλαβαίνουν τη δυστυχία-απογοήτευση του άλλου, συνεπώς, δεν γνωρίζουν τίποτα

Η αναγωγή της ψυχοσύνθεσης του ανθρώπου σε άσπρο-μαύρο την οποία υποδεικνύει το παρόν κείμενο και η οποία διαπίστωθηκε στα μισά της συγγραφής του, μα το κυριότερο, συνέβη ανεπαίσθητα, και ας είχε προηγηθεί προ ημερών (2 Δεκεμβρίου) από τον υπογράφοντα ένα κατακεραυνωτικό κείμενο σχετικά με την αστειότητα μιας τέτοιας προσέγγισης, δεν μπορεί παρά να προβληματίζει.

Ή μάλλον, μπορεί και όχι. Το παιχνίδισμα της «Μοίρας» (προσωρινός τρόπος να εκφράσω τις αγνωστικιστικές ανησυχίες μου) είναι μια απόδειξης της προσωρινότητας, ματαιότητας, μηδαμινότητας της όποιας «αλήθειας» είναι σε θέση να υποστηρίξει ένα ανθρώπινο ον.

Αντιλαμβάνομαι την κριτική από μια επιστημονική σκοπιά πάνω στο επιχείρημα της «Μοίρας» που έτρεξα να διαπιστώσω σαν να το λαχταρούσα τρόπον τινά, αλλά αδιαφορώ πλήρως. Η «αλήθεια» της επιστήμης άλλωστε, βρίσκεται υπό διαρκή έλεγχο∙ η «αλήθεια» της φιλοσοφίας συνίσταται στο ότι «Δεν Γνωρίζουμε∙ κάνουμε υποθέσεις που επιβεβαιώνονται ή διαψεύδονται».

Εν τω μεταξύ, μπορώ κάλλιστα να απολαύσω την δική μου «αλήθεια» που συνίσταται σε αέναες βόλτες στο (όχι πια συλλογικό) φαντασιακό και σφιχταγκαλιάσματα με παράξενα παιχνίδια της όποιας «Μοίρας». I’ve only desired games in my life; games with great seriousness…

Ο «δυστυχισμένος Σωκράτης», το «ευτυχισμένο γουρούνι» και άλλα τέτοια ωραία κλισέ...




Το να σκέφτεσαι πολύ, δεν κάνει καλό∙ όταν συνδυάζεται με μια αυξημένη ευαισθησία σε «ερεθίσματα» παντώς περιεχομένου, τα πράγματα δυσκολεύουν. Η πιθανότητα μπλοκαρίσματος του συστήματος, είναι σοβαρή.

Το δίλλημα του «δυστυχισμένου Σωκράτη» και του «ευτυχισμένου γουρουνιού» είναι το λιγότερο ανόητο, πάντως. Η αναγωγή σε άσπρο-μαύρο του ανεξήγητου μυστηρίου της ζωής (προσωπικά δεν έχω την παραμικρή ιδέα όσον αφορά τα ερωτήματα του τύπου, ποιοι είμαστε, τι στην ευχή θέλουμε και που θα... φτάσουμε) είναι μια απλουστευτική προσέγγιση επιπέδου συζήτησης καφενείου. Τώρα τι φταίει το καφενείο επειδή συχνάζουν εκεί οι... ποδοσφαιρόφιλοι, είναι μια άλλη υπόθεση (θα μου πεις τι φταίει και το ποδόσφαιρο, φταίει όμως∙ είναι ένα βαρετό σπορ).

Μισώ τις απολουστεύσεις αλλά και τις ταμπέλες, κι ας βάζω με τη σέσουλα (έχει μια πρακτική χρησιμότητα να βάζω ταμπέλες∙ εκμεταλλεύομενος το ένστικτο μου, μα κυρίως την ελευθεριότητα της φαντασίας μου και τη βάση δεδομένων των κοινωνικών συναναστροφών μου, μπορώ κάλλιστα να γίνω εξυπνάκιας∙ τα κορίτσια ελκύονται από δαύτους). Θυμάμαι τον καιρό που διάβαζα τον Λύκο της Στέπας του Έρμαν Έσσε. Είχα τρομάξει. Παράτησα το βιβλίο στα μισά. Ο κεντρικός χαρακτήρας πάλευε με τις δύο προσωπικότητες του∙ ο απροσάρμοστος, μισάνθρωπος, μοναχικός... λύκος μοναμοχούσε με τον «άνθρωπο» που διψούσε για αγάπη, φιλία και μια, ας το πούμε κι έτσι, φυσιολογική ζωή. Ο τρόμος του λύκου (που όλοι κρύβουμε μέσα μας και που την εποχή που διάβαζα το βιβλίο είχε βγάλει επικίνδυνα τα δόντια του προς τα έξω) με είχε οδηγήσει να καταχωνιάσω το βιβλίο στα αζήτητα.

Όταν τελικά το διάβασα ολόκληρο (είχε περάσει καιρός, ο λύκος ήταν ξανά παρών αλλά εν τω μεταξύ εγώ είχα σκληρήνει, είχα προλάβει να αγοράσω... κότσια, μου κόστισαν πολύ ακριβά, ωστόσο), ανακάλυψα την αλήθεια (αυτή που ανακαλύπτει στο τέλος του βιβλίου και ο βασανισμένος ήρωας του Έσσε): ο άνθρωπος έχει περίπου 1.000.000 εν δυνάμει προσωπικότητες. Ο πλούτος που κρύβεται μέσα μας και που είναι σε θέση να σχηματοποιήσει (κατόπιν σκληρής δουλειάς οφείλω να πω) μυριάδες μορφές και να ενεργοποιήσει γοητευτικά αντικρουόμενες συμπεριφορές είναι μια hard to believe, μα υπαρκτή πραγματικότητα.

Οι καιροί είναι περίεργοι, δίχως αμφιβολία. Χρόνος για στοχασμό, δεν υπάρχει. Ο καταιγισμός των πληροφοριών που μας προσφέρεται απλόχερα είναι δελεαστικός (είναι απολύτως φυσικό και θεμιτό να θέλεις να γνωρίζεις, αυτό δεν συμβαίνει βέβαια∙ η απάντηση βρίσκεται δύο γραμμές πιο πάνω). Χρόνος για αναθεώρηση των ψευδο-διλλημάτων που μας βασανίζουν, ωστόσο, αρκετός. It only takes a moment when it comes to enlightenment...